De Libero Arbitrio

Methodius

Methodius, De Libero Arbitrio, Bonwetsch, Hinrichs, 1917

Οὑτωσὶ δέ πως εὖ διατεθεῖσθαι νομίζων ἐπὶ τὴν οἰκίαν ἀνεχώρουν τὴν ἐμήν. τῇ δ' ἐπιούσῃ, τουτέστιν σήμερον, ἐλθὼν ἑώρων δύο τινὰς ὁμογενεῖς (ἀνθρώπους δὲ λέγω) καὶ διαλοιδορουμένους ἀλλήλοις, ἕτερον δ’ αὖ πάλιν ἀφιματῶσαι πειρώμενον τὸν πλησίον. ἤδη δέ τινες καὶ δεινότερα τολμᾶν ἤρχοντο.

ὅς μὲν γὰρ ἐσκύλευσε νεκρόν, καὶ τὸ κρυφθὲν ἤδη σῶμα τῇ γῇ πάλιν ἐδείκνυεν ἡλίῳ, καὶ τὴν ὁμοίαν αὐτῷ ὕβριζεν εἰκόνα, βορὰν κυσὶ [*](2 Plato Phaedr. 265 B) [*](F S D (von Ζ. 8 an) Ezn (von Ζ. 10 an) 1 ὄντος F Ι τι + S Ι γεγονέναι] πεποιηκέναι FS, πεφυκέναι Md Ι οὐδὲ: οὐδὲν Ausgg.; vgl. S. 153,8 2 »sehr« vor καλῶς + S Ι μὴ tilgt Md Ι τέλεον] vgl. S. 170, 9 Ι PI ἀπίθανον λόγον Ι ἀπιθάνου] τοῖς πολλοῖς + S, vgl. S. 155, 7 τοὺς πολλοὺς διατεθῆναι ποιεῖ 3 τὰ γ. γινόμενα wohl auch S, indem štago bo wohl aus šta bo 4 ὁμοίως F: μοι ὡς S 4f ἕτερόν τι π. αὐτόν] »nämlich ein Anderes Unterschiedenes, aber nicht wie « S 5 αὐτοῦ μόνον od. αὐτοῦ καὶ μόνου S 5f καὶ γάρ πως F: καὶ < S 7 εὐκοσμία nur Prot. 325 D bei PI 8 Οὑτωσὶ δέ] es beginnt D (Dial. Adam. IV, 2 S. 136 Bakh.) nach den Worten ἀναγνωσθήτω τὸ δόγμα Οὐαλεντίνου Ι δὲ δή (od. δὲ οὖν od. δή) S: δή 2. Hd. D Ι πως ὡς S Ι νομίσας w. e. seh. S 9 ἐχώρουν F, viell. auch S Ι δὲ D 10 ἑώρων] »wir « beginnt Ezn (Eznik, Wider die Sekten übers, von J. M. Schmid) I, 258ff Ι ὁμογ. . . δὲ λέγω < Dr Ι ὁμογ. S 5 Ι ἀνθρ. δὲ λέγω < Ezn Ι δὲ λέγω] λέγω δή D 11 καὶ λοιδορουμένους D: < Ezn Ι ἕτερον — πλησίον Ζ. 12] »gegenseitig sind sie ürstend nach Tod und Blut« Ezn Ι ἕτερον corr.) πρὸς τὸν ἕτερον τὸν δ’ αὖ D Ι ἀφιματῶσαι FS: ἀμφαιματῶσαι D; Dr »deinde etiam caede multantes« (sowie auch Ezn) spricht ür Aber schon ihre Vorlage konnte verdorben sein. ἀμφαιματῶσαι »ringsum blutig « gibt hier keinen Sinn« Bh 12 πειρώμενον SD: βουλόμενον F Ι — νεκρόν Z. 13] »andere ühlen die äber « Ezn Ι ἤδη] ἰδού od. ἰδέ viell. richtig S Ι δὲ: οὖν? S Ι τολυᾶν: »zu tun« »zu « S 13 ἔσκυλε D κρυβὲν D Ι ἤδη < S 14 ἐδείκν. ἡλίῳ] praedae causa effodiebant Dr Ι ἡλίῳ] »entkleidet und entehrt« + Ezn Ι τὴν — εἰκόνα] »vielleicht den achtbaren.., ihn nicht zu verberen« Ezn Ι αὐτῷ SMd: οὕτως FD Ι ἐνύβριζεν D)

151
καταλείπων τὸν νεκρόν.

ὁ δὲ ξίφος ἐγύμνου καὶ ἐπὶ τὸν ὅμοιον ἄνθρωπον . . ἐχώρει. καὶ ὁ μὲν φυγῇ τὴν σωτηρίαν πορίζειν ἥθελεν, ὁ δὲ διώκειν οὐκ ἐπαύετο, οὐδὲ τοῦ θυμοῦ κρατεῖν ἤθελε. καὶ τί δεῖ πλείονα λέγειν, ἀλλ’ ὅτι χωρήσας ἐπ’ αὐτὸν εὐθέως ἔπαιεν τῷ ξίφει; ὁ δ’ ἱκέτης τῷ πλησίον ἐγίνετο καὶ χεῖρας ἱκεσίας ὤρεγεν, καὶ τὴν μὲν ἐσθῆτα διδόναι ἤθελεν, μόνον δὲ τὸ ζῆν ἔχειν ἠξίου. ὁ δ’ οὐκ ἔθραυεν τὸν θυμόν, οὐδ’ ἠλέει τὸν ὁμογενῆ, οὐδὲ ἑαυτὸν διὰ τῆς εἰκόνος ἐν ἐκείνῳ βλέπειν ἤθελεν, ἀλλ’ ὡς ἄγριος θὴρ τῷ ξίφει τῆς βορᾶς ἤρχετο, ἤδη δὲ καὶ τὸ στόμα τῷ ὁμοίῳ προσέφερε σώματι· τοσοῦτος γὰρ ἠν τῷ θυμῷ. καὶ ἠν ἰδεῖν τὸν μὲν ἤδη κείμενον, τὸν δὲ λοιπὸν σκυλεύοντα καὶ μηδὲ γῇ σκεπάζοντα τὸ οῶμα, ὅ τῆς ἐσθῆτος ἐγύμνωσεν.

πρὸς δὲ τούτοις ἕτερος προσῆν, ὅς τοῦ πλησίον γυναῖκα παίζειν ἤθελε, λῃστεύων γάμον ἀλλότριον καὶ ἐπὶ παράνο- [*](F S D Ezn 1 καταλιπὼν SD Ι ὁ δὲ — θυμῷ Ζ. 10] »Manchmal geschieht es, ß einer die Flucht ergreift und sich irgendwohin rettet, um sich das Leben zu erhalten, der andere aber, von Zorn entflammt, mit dem Schwert nachlaufend, äßt nicht nach, bis er den Zorn befriedigt: woher kommt dieser ättliche Zorn? Ein anderer zieht dem ächsten die Kleider aus, und wenn er sich dagegen widersetzt, entzieht er ihm sogar das « Ezn Ι ὁ δὲ — ἐχώρει Ζ. 2 verbindet Bh mit dem Vorhergehenden Ι ὁ δὲ] τὸ δὲ F D: wie wenn er ἕτερος πόλιν gelesen, übersetzt S Ι ὅμοιον] ὁμοπαθῆ S 2 ἄνθρωπον] »böswillig« »Böses sinnend« + S Ι τ. σωτ. πορ.] vgl. Plato Protag. 321 B 3 ὁ] »dieser» S, aber schwerl. las S ούτος Ι διώκειν FD: διώκων S Ezn Ausgg. Ι οὐκ ἐπαύετο] »wollte nicht « = παύεσθαι οὐκ ἤθελεν S 4 πλέον D Ι ἀλλ’ F 195 Ι ἔπαισε D 6 δὲ D Ι TW πλησίον DS: τοῦ πλησίον F | ἐγένετο D 6 ἔχειν] »zu « S 7 οὐκ] οὐδαμῶς übersetzt S | οὐδὲ D Ι ἐθραύετο D Ι οὐδὲ ἑαυτὸν — βλέπειν Ζ. 8 < 8 S ἐν ἐκείνῳ] ἐκείνω D, corr. ἀκείνου Ι ἄγρος] 8 ν 9 τ. βορᾶς] »zu « jasti (jesti Sa), viell. aus jastija τῆς βορᾶς Ι ἤδη δὲ καὶ] i že ubo übers. S Ι στόμα: σῶμα D 10 καὶ ἤν — ἐγύμνωσεν Z.12 < Ezn Ι ἤδη κείμενον S: ἠδικημένον FD 11 λοιπὸν σκυλ.: αὐλὸν σκυλ. w. e, seh, (odiraja ego: odiraema S) Ι γῆν las schwerl, S (wohl zemlju statt zemleju) Ι ὅ τῆς] ὀ καὶ τῆς (od. οὗ τὸ σῶμα καὶ τῆς) S, τῆς γὰρ + 2. Hd,) D: ein ὡς übergeschr, in F 12 πρὸς — λῃστεύων Ζ. 13: »Wieder ein anderer hat es sich in den Sinn gesetzt, zu « Ezn Ι δὲ: δὴ F Ι προσῄει 2. Hd. D: < S Ι ὅς τις S Ι τὴν vor τοῦ + Bh Ι τοῦ] αὐτοῦ (od. ἑαυτοῦ) + viell. S τις τοῦ ěky — od. in kyj — ego od, svoego: ěkoego S) 13 λῃστ. δὲ od. τε S Ι ἀλλότρ.] αὐτοῦ S)

152
μον κοίτην τραπῆναι παρορμῶν, τὸν γεγαμηκότα γνήσιον πατέρα γίωεσθαι μὴ θέλων.

ἐντεῦθεν καὶ ταῖς πραγῳδίαις πιστεύειν ἠρχόμην, καὶ τὸ Θυέστειον δεῖπνον αληθῶς ἐδόδει μοι γεγωνέναι , πιστεύω δὲ καὶ τῇ Οἰδιπόδαο παρανόμῳ ἐπιμξέᾳ, καὶ τῇ τῶν ἀδελφῶν διὰ ξίφους φιλονεικίᾳ οὐκ ἀπιστῶ.