Περὶ παθῶν

Aelius Herodianus

Aelius Herodianus, Περὶ παθῶν, Grammatici Graeci 3.2, Lentz, Teubner, 1868

19a. οἶοϲ ὁ μόνοϲ. τὸ ο πλεονάζει ἐν τῇ ἀρχῇ. Arcad. 37, 10.

[*](νετο, εἰ καὶ νεωτέρου ἐϲτὶ πρὸϲ πρεϲβύτερον ἀδελφὸν ἔχουϲα ϲεβαϲμὸν προϲφώνηϲιϲ. οὐκ ἀγνοῶ δὲ ὅτι ϲυγχεῖται ἐν τοῖϲ μεθ’ Ὅμηρον. De πεδανόϲ ἠπεδανόϲ cf. Hes. πεδανῷ ὕπνῳ ἢ ἡπεδανῶ.κούφῳ. Ἴων Ἀγαμέμνονι. τινὲϲ δὲ οὐ βεβαίψ. ad fr. 17. Verba τούτου ὁ ἀόριϲτοϲ αὖϲα —ἀέξεται relegavi ad eam partem, quae de trope vocalium agit; saepius enim epitomatores diversos locos coniungunt iidemque unum adnotamentum in plura discerpunt.)[*](ad fr. *18. St. Β. 326, 5 Ἴγνητεϲ, οἳ καὶ χωρὶϲ τοῦ ι λέγονται. E. M. 465, 1 ίγνηϲ παρὰ τὸ γνήϲ γνητόϲ μετὰ τοῦ ι τῆϲ ἀντωνυμίαϲ γίνεται ἴγνηϲ. Apoll. de pron. p. 70, Lob. Parall. 308, El. I 74. —Lebrsius ad Herod. p. 104 etiam ἰξύϲ ex ξῦϲ amplificatum esse Herohanum opinatum esse suspicatur, sed fortasse pariter atque ἰξόϲ ex ἀξόϲ sic ίξύϲ ex ἀξὐϲ mutatum esse sumpsit, sic certe est in Schol. B E ad Od. ε 231 et E. M. 472, 6: ἰξύϲ οἰον ἄξυϲ τιϲ οὖϲα ἣν οὐχ οἶόν τε ξύϲαι καὶ κνήϲαϲθαι τῇ χειρί.)[*](ad fr. *19 cf. Lob. El. p. 85.)[*](ad fr. 20. Locus geminus exstat in Schol. ad Od. α 70. Legi in hoc adnotamento de accentu aucturum vocum non mutato propositae non adversatur ἕειϲ, quod accentum ideo non in ultima habere, ne in participiorum numerum incurrat, Herodianus docet περὶ μονοϲυλλάβων ap. Τheogn. p. 134.)[*](ad fr. [19a]. Transiit in Epimerismos, qui dicuntur Herodiani, in Et. Or. 124, 4, Gud. 280, 17, E. M. 618, 42.)
173

ἀλλὰ διαίρεϲιϲ· τὰ γὰρ ἄρθρα εἴωθε διαιρεῖϲθαι, οὐχὶ πλεονάζειν οἶον ἧϲ ἕηϲ «ἕηϲ τὸ πρίν γ’ ἐράαϲθε» (Π. Π 208), οὖ ὅου. τί διαφέρει διαίρεϲιϲ πλεοναϲμοῦ, διαφέρει, ὅτι ὁ μὲν πλεοναϲμὸϲ τὸν αὐτὸν τόνον φυλάττει οἶον εἴκοϲι ἐείκοϲι, ἡ δὲ διαίρεϲιϲ ἀλλάϲϲει τὸν τόνον οἶον ἧϲ ἕηϲ, ἠγορῶντο ἠγορόωντο, οὕτωϲ οὖ ὅου. δαϲύνεται τὸ ο. λέγει ὁ Ἡρωδιανὸϲ ὅτι τὰ πλεονάζοντα φωνήεντα ἐν λέξεϲι ταῖϲ ἀπὸ φωνήεντοϲ δαϲυνομένου ἀρχομέναιϲ μεταληπτικὰ γίνονται τοῦ δαϲέοϲ πνεύματοϲ οἶον ἥνδανεν ἑήνδανεν.

21. Ε. Οr. 115, 24: ὀβελόϲ παρὰ τὸ βάλλω ἢ βέλλω γίνεται τὸ μὲν οὐδέτερον βέλοϲ, τὸ δὲ ἀρϲενικὸν βελόϲ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ ο ὀβελόϲ. οὕτωϲ ἐν τῷ περὶ παθῶν Ἡρωδιανόϲ.

22. Eustath. 650, 48: κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ o ἐκ τοῦ κέλλω ὀκέλλω, κλῶ κλάζω ὀκλάζω, ἔτι καὶ ἐν τῷ Βριάρεωϲ Οβριάρεωϲ, ὡϲ τεχνογραφεῖ Ἡρωδιανόϲ.

23. Et. Or. 117, 27: ὀροθύνω. παρὰ τὸ ῥοθῶ ῥοθύνω καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ ο ὀροθύνω ἢ παρὰ τὸ ὄρω καὶ θύνω. ἐν τῷ περὶ πα θῶν Ἡρωδιανόϲ.

24. E. M. 636, 4: ὀϲταφίϲ πλεοναϲμῷ τοῦ ο καὶ ἀϲταφίϲ πλεοναϲμῷ τοῦ α. ϲταφίϲ γάρ. ϲπάνιον τὸ ϲταφίϲ. ϲχεδὸν γὰρ ἡ ἀνὰ χεῖρα χρῆϲιϲ ἀϲταφίϲ ἔχει. περὶ παθῶν.

[*](ad fr. 21. Verba inde ab ἢ usque ad βέλοϲ ex E. M. 613, 3 et Ζon. 1422 adieci porro verba ὁ ἐοικὼϲ βέλει monente Lehrsio eieci, quia ex altera explicatione per o ὁμοιωματικόν huc irrepsisse videntur, in E. Orion. p. 115, 25 Herodiani testimonio postposita sunt.)[*](ad fr 22. Ad Herodiani sententiam transformavi Eustathii adnotamentum parum accurate referentis: κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ o ἐκ τοῦ Ἰλεόϲ γέγονε Ὀϊλεύϲ ὁμοίωϲ τῷ κέλλω κτλ, nam ex ll. Pr. Α 264 apparet eum Ὀϊλεύϲ pro antiquiore forma habuisse cf. Lob. El. I 80. Ex Eustathio consequitur etiam baec frustula Ep. Hom. 313, 30 (E. Or. 118, 3, E. M. 613, 23) ὄβριμοϲ γίνεται ἐκ τοῦ βρί ἐπιρρήματοϲ ϲημαίνοντοϲ τὸ μεγάλωϲ καὶ ἰϲχυρῶϲ βρίμοϲ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ o ὄβριμοϲ. E. M. 620, 4 ἐκ τοῦ κλῶ κλάϲω γίνεται ῥηματικὸν ὄνομα κλάϲ (pro κλᾶϲ) καὶ Δωρικῶϲ κλόξ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ o ὁκλάξ ὡϲ ὁδόξ καὶ ὀκλάζω ad Ηerodianum auctorem referenda esse neque ab eo aliena videtur explicatio nominis ὄνομα: γίνεται παρὰ τὸ νέμῳ ῥηματικὸν6 ὄνομα νόμα, τὸ ἐπιμεριζόμενον ἑκάϲτῳ καὶ νέμον τὴν ϲημαϲίαν, προϲόδῳ τοῦ o ὄνομα Ep. Cr. 1 327, 30 et Choer. Can. 368. 22.)[*](ad fr. 23. Lob. El. I 18 Herodianum potius eam sententiam proposuisse opinatur, quae in Schol. ad ΙI XIII 351 proponitur: τὸ ὀρόθυνε τινὲϲ παρὰ τὸ ὅρω καὶ θύνω, ἵν’ ἦ ἐνθουϲιωδῶϲ ὥρμα· ἄμεινον δὲ παραγωγὸν εἶναι atque fortasse sic primitus praeceptum conformatum fuit.)[*](ad fr. 24. Pro ἡ εἰϲ α χρῆϲιϲ scripsi ἡ ἀνὰ χεῖρα collata dictione in Mon. 25, 10 ἐν τῇ ἀνὰ χεῖρα ὁμιλίᾳ. Ex hoc fragmento concluserim non accurate Choeroboscum Dictat. 313, 31: τὸ ὄνυξ ὄνυχοϲ ἔννοιαν ἔχει ϲυνθέϲεωϲ· παρὰ τὸ νύϲϲω νύξω γίνεται ὄνυξ τοῦ α ἐπιτατικοῦ μορίου προϲελθόντοϲ οἱονεὶ ᾧτινι πάνι. νύϲϲεταί τιϲ, καὶ λοιπὸν τροπῇ τοῦ α εἰϲ o ὄνυξ —Herodiani sententiam retulisse, quem sine trope vocalis α in o statim ex ο et νύϲϲω vocabulum ὄνυξ proagasse probabile est.)
174

25. E. M. 16, 24: ὀτρυγηφάγοϲ «ὄνου κήλωνοϲ ὀτρυγηφάγου » παρὰ Ἀρχιλόχῳ ἀντὶ τοῦ κριθοφάγου — τρύγη γὰρ ὁ Δημητριακὸϲ καρπόϲ — κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ ο ὡϲ ἐπὶ τοῦ κρυόειϲ ὀκρυόειϲ.

26. E. Gud. 104, 10: βαῦνοϲ τὸ πῦρ ἢ ὁ χυτρόπουϲ ἢ ἡ κάμινοϲ. ἔνθεν καὶ βάναυϲοϲ καὶ κρίβανοϲ ὁ ἔχων κριθάϲ· γέγονε δὲ τὸ βαῦνοϲ πλεοναϲμῷ τοῦ β κατὰ Λάκωναϲ· οὗτοι γὰρ τὸ ἰδεῖν βιδεῖν λέγουϲιν. οὕτω καὶ τὸ αὔϲω αὐνοϲ καὶ βαῦνοϲ. οὕτωϲ Ἡρωδιαν όϲ.

27. Ε. M. 195, 50: βεόδεα: τὰ ποικίλα καὶ πορφυρᾶ ἱμάτια. Ἡρωδιανὸϲ εὕθεα καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ β βεύδεα· παρὰ τὸ εὕδειν.

28. St. B. 7, 4: Ἄβιοι: Αἰϲχύλοϲ Γαβίουϲ διὰ τοῦ γ ἐν λυομένῳ Προμηθεῖ.