Supplices
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- φῦλα, διχῇ δ᾽ ἀντίπορον
- γαῖαν ἐν αἴσᾳ διατέμ-
- νουσα πόρον κυματίαν ὁρίζει:
- ἰάπτει δ᾽ Ἀσίδος[*](δ᾽ Ἀσίδος Turnebus: βασίδος M G) δι᾽ αἴας
- μηλοβότου Φρυγίας διαμπάξ:
- περᾷ δὲ Τεύθραντος ἄστυ Μυσῶν,[*](Μυσῶν Turnebus: μουσῶν M G)
- Λύδιά[*](Λύδιά Turnebus: λύγιά codd.) τ᾽ ἂγ[*](τ᾽ ἂγ Hermann: τε codd.) γύαλα,
- καὶ δι᾽ ὀρῶν[*](ὀρῶν GE: ὁρῶν M, ὄρων m) Κιλίκων
- Παμφύλων τε [γένη[*](γένη seclusit Heath)] διορνυμένα
- πὰρ[*](πὰρ Robortello: τὰν codd.) ποταμοὺς[*](ποταμοὺς G: ποταμοὺς δ᾽ M) ἀενάους
- καὶ βαθύπλουτον χθόνα καὶ
- τὰν[*](τὰν Hermann: τᾶς M) Ἀφροδίτας πολύπυρον αἶαν.
- ἱκνεῖται δ᾽ †εἰσικνουμένου[*](εἰσικνουμένου post ἱκνεῖται iure suspectum: fortasse ἐκδονουμένα (cf. 573)) βέλει
- βουκόλου πτερόεντος
- Δῖον πάμβοτον ἄλσος,
- λειμῶνα χιονόβοσκον, ὅντ᾽ ἐπέρχεται