Supplices
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- ἄλευσον ἀνδρῶν ὕβριν εὖ στυγήσας:
- λίμνᾳ δ᾽ ἔμβαλε πορφυροειδεῖ[*](λίμνᾳ ... πορφυροειδεῖ ex λίμνα. (erasa littera) πορφυροειδῆ ut videtur correctum M)
- τὰν μελανόζυγ᾽ ἄταν.
- τὸ πρὸς γυναικῶν <δ᾽[*](δ᾽ add. Tucker)> ἐπιδὼν
- παλαίφατον ἁμέτερον
- γένος φιλίας προγόνου γυναικὸς
- νέωσον εὔφρον᾽ αἶνον,
- γενοῦ πολυμνάστωρ, ἔφαπτορ[*](ἔφαπτορ (Askewio duce) Porson: ἐφάπτωρ codd.) Ἰοῦς,
- Δῖαι[*](Δίαι (pravo accentu) Pauw: δίας codd.) τοι γένος εὐχόμεθ᾽ εἶναι
- γᾶς ἀπὸ τᾶσδ᾽ ἄποικοι.[*](ἄποικοι Schütz: ἔνοικοι codd.: ἐνοίκου Headlam: τᾶσδ᾽ ἀπὸ γᾶς μέτοικοι Tournier)
- παλαιὸν δ᾽ εἰς ἴχνος μετέσταν
- ματέρος ἀνθονόμους ἐπωπάς,
- λειμῶνα βούχιλον, ἔνθεν Ἰὼ
- οἴστρῳ ἐρεσσομένα
- φεύγει ἁμαρτίνοος,
- πολλὰ βροτῶν διαμειβομένα