Supplices
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- βροτοὶ δ᾽, οἳ γᾶς τότ᾽ ἦσαν ἔννομοι,
- χλωρῷ δείματι[*](δείματι Robortello: δείμακτι M G) θυμὸν
- πάλλοντ᾽ ὄψιν ἀήθη,
- βοτὸν[*](βοτὸν ex βοτῶν factum M) ἐσορῶντες δυσχερὲς μιξόμβροτον,
- τὰν μὲν βοός,
- τὰν δ᾽ αὖ γυναικός: τέρας δ᾽ ἐθάμβουν.[*](δ᾽ ἐθάμβουν Turnebus: δὲ θαμβοῦν M G)
- καὶ τότε[*](τότε Stephanus: τόδε codd.) δὴ τίς ἦν ὁ θέλ-
- ξας πολύπλαγκτον ἀθλίαν
- οἰστροδόνητον Ἰώ;