Περὶ παθῶν
Aelius Herodianus
Aelius Herodianus, Περὶ παθῶν, Grammatici Graeci 3.2, Lentz, Teubner, 1868
125g. Mon. 10, 17: οὐδὲν περιϲπώμενον ἀποκέκοπται κατὰ γενικὴν πτῶϲιν, ἐξεκόπη παῤ Ἀριϲτίᾳ ἐν Ἀνταίῳ, ἔνθα φηϲίν «Αἰγαίου Ποϲειδῶ παῖϲ, πατὴρ δ’ ἐμόϲ».
126a. Ιo. Alex. 11, 31: τὸ διχόμηνι μεταπέπλαϲται ἐκ τοῦ διχομήνῳ. δύναται δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ διχόμηνιϲ «πρὸϲ γάρ οἱ διχόμηνιϲ ἀπ’ αἰθέροϲ αἰγάζουϲα» Ἀπολλώνιοϲ (Α 1231) καὶ δοτικῆϲ διχομήνιδι ἀποκεκόφθαι
[*](ad fr. 126. Idem habet Eustath. ad 0d. ι 366 auctore suppresso et Schol. ad h. l.)[*](ad fr. [ 125d]. cf. Choer. Dict. 366, 17.)[*](ad fr. [125 Choer. 375, 4: τὸ ἄλφι ἀπὸ τοῦ ἄλφιτον γέγονε κατὰ ἀποκοπὴν καὶ τὸ ἔρι ἀπὸ τοῦ ἔριον γέγονε κατὰ ἀποκοπὴν καὶ τὸ κρῖ «κρῖ λευκὸν ἐρεπτόμενοι καὶ ὀλύραϲ» (ε 196) ἀπὸ τοῦ κρίμνον γέγονεν ὁμοίωϲ κατὰ ἀποκοπὴν καὶ τὸ τρόφι «πολλῶν δὲ τρόφι κῦμα κυλίνδεται» (Λ 307) ἀπὸ τοῦ τρόφιμον. — De κρῖ cf. Lob. El. D 286 seqq. Dignus, qui conferatur de nominum generis neutrius apocope, est locus ex Herodiani libro περὶ κλίϲεωϲ ὀνομάτων, cuius insigne fragmentum servatum est in An. Ox. V 337, 33 τὸ δῶ καὶ κάρη ἐξ ἀποκοπῆϲ ἐϲτι «ποτὶ χαλκοβατὲϲ δῶ» (Α 426) καὶ «πολιόν τε κάρη» (Χ 74) ἀντὶ τοῦ κάρηνον· διὸ καὶ ἐπὶ πληθυντικῶν εὑρίκϲεται «ναίει χρύϲεα δῶ» ἀντὶ τοῦ δώματα (Hesiod. Theog. 933), «κάρη κομόωντεϲ Ἀχαιοί» ἀντὶ τοῦ κάρηνα. τὸ δὲ θηλυκῶϲ εἰρημένον ὀξύνεται et 388, 8 τὸ τρόφι κατ’ ἀποκοπὴν, τὸ κρῖ καὶ ἄλφι ἐκ πάθουϲ.)[*](ad fr. [125f]. cf. Lob. El. II 293.)[*](ad fr. [126a]. cf. Lob. Parall. 90 et EΙ. II 303. Ut Herodianus διχόμηνι et δαΐ iniudicata reliquit, sic etiam de aliis dativis dubius fuisse videtur. Primum)δὲ ἐξ Ὁμήρου οἷον «Οὗτιν δέ με κικλήϲκουϲιν» (Od.ι 366), ἐπεὶ οὕτω κέκληται. παρέλαβε δὲ αὐτὸ ὡϲ κύριον Οὖτιν ὡϲ Πάριν· ὁ δέ γε ψήθη τὸ οὔτινα οὔτιν. εἴγε οὖν δύο μέρη λόγου ἦν, οὔτινα ἐγίνετο. περὶ παθῶν.
«οὐδέ τιϲ ἀδρανέων φέρεται διχόμηνι ϲελήνῃ» (Arat. Phaen. 470) καὶ ἀναδρομὴν ποιήϲαϲθαι τοῦ τόνου.
126b. Il. Pr. Ξ 387 ἡ δαί εἴτε ἀποκέκοπται εἴτε ϲυγκέκοπται, ὀξυτονηθήϲεται.
126c. Ιl. Pr. Δ 27: ἱδρ θ᾿ , ὃν ἵδρωϲα: αἰτιατική ἐϲτι κατ’ ἔκθλιψιν· δύναται μένοι καὶ ἱδρῶ τε εἶναι τὸ πλῆρεϲ, ἐπειδὴ ϲύνηθεϲ αὐτῷ οὕτωϲ τὴν αἰτιατικὴν προφέρεϲθαι.
126d. Il. Pr. O 339: Μηκιϲτῆ. ὁμοίωϲ τῷ «ἔνθ’ αὖτ’ ἀγγελίην ἔπι Τυδῆ ϲτεῖλαν Ἀχαιοί» (ll. 384). καὶ ἤτοι ἀπεκόπη ἡ Μηκιϲτῆα αἰτιατική, ἢ Δωρικῶϲ κέκλιται, ὅπερ μοι δοκεῖ καὶ ἄμεινον.
126e. Io. Alex. 12, 19: αἱ εἰϲ ω αἰτιατικαὶ ἀπὸ ἐντελῶν εἰϲ α πᾶϲαι πεπόνθαϲι· ἡ μὲν γὰρ Ἀπόλλω καὶ Ποϲειδῶ καὶ κυκεῶ καὶ αἱ παραπλήϲιαι ἀποκοπεῖϲαι οὐκ ἤμειψαν τῶν ὁλοκλήρων τὸν τόνον.
126f. Io. Alex. 12, 16: οὐδεμία εἰϲ α λήγουϲα αἰτιατικὴ ὀξύνεται· ἔνθεν ἡ νιφάδα ἀποκοπεῖϲα ἀνεβιβάϲθη ἀλευόμενοι νίφα λευκήν» (Hes. Ορ. 533).
[*](in censum venit dativus ἥρῳ, de quo E. M. 437, 54 ἥρῳ Δημοδόκῳ (Od. θ 483) δοτικὴ ἐϲτιν ἀντὶ τοῦ ἥρωϊ· κλίϲιϲ καὶ οὐκ ἀποκοπὴ. In hoc adnotamento dictio Herodiani memoriam excitat, sed si conferas praeceptum de ἔρῳ in E. M. 379 52, quod et ipsum vestigia Herodianea prodit: ἔρω εἰ μέν χωρίϲ τοῦ ι, ἀποκοπή ἐϲτιν ἀπὸ τῆϲ ἔρωτοϲ γενικῆϲ καὶ ἔρωτι δοτικῆϲ· εἰ δὲ μετὰ τοῦ υ ὁ ἔροϲ τοῦ ἔρου τῷ ἔρῳ — suspiceris primitus scriptum esse: ἥρῳ — εἰ μὲν μετὰ τοῦ υ ι, κλίϲιϲ καὶ οὐκ ἀποκοπὴ, εἰ δὲ χωρὶϲ τοῦ ι, ἀποκοπή. Ex eodem fonte fluxit E Gud. 191, 32, E. M. 313, 51 ἐν χρῶ. προϲγραφομένου τοῦ ι ἡ κλίϲιϲ τοῦ χρωτὸϲ Ἀττικῶϲ. ὁ χρώϲ γὰρ τοῦ χρῶ τῷ χρῷ τὸν χρώ ὥϲπερ Ἀττικῶϲ ὁ γέλωϲ τοῦ γέλω· μὴ προϲγραφομένου δὲ εὔδηλον ὡϲ ἀποκοπῆϲ γενομένηϲ τῆϲ τελευταίαϲ ϲυλλαβῆϲ ἐν χρῶ εἴρηται, χρωτί γὰρ ἀπεκόπη. Similiter etiam de dativo ἱδρῷ vel ἱδρῶ, de quo differunt Choer. 255, 15 apocopen statuens et E. M. 466, 46 ι subscribens, Herodianum fluctuasse verisimile est cf. Lob. El. II 299.)[*](ad fr. [ 126c] De accusativo ἱδρῶ Choer. Dict. 102, 14 τὸ «ἱδρῶ ἀπεψύ χοντο» (Χ 2) ἀπὸ τοῦ ἱδρῶτα γέγονε κατὰ ἀποκοπὴν τῆϲ τα ϲυλλαβῆϲ; Herodianus autem, ut ex eius de dativis sententia coniectari licet, haesitasse inter clisin et apocopen videtur.)[*](ad fr. [126e]. Il. Pr. Λ 641 τὸ κυκειῶ περιϲπαϲτέον· τοῦ γὰρ κυκεῶνά ἐϲτιν ἀποκοπὴ καὶ ἐπλεόναϲε τὸ ι. Choer. 102, 7.)[*](ad fr. [126f]. Choer. 118, 9, Lob. El. 11 316.)127. Schol. A ad Il. Α 572. ἐπιῆρα. ἔϲτι παρὰ τὸ ἐρῶ ἔρανον ὡϲ ἔχω ὄχανα καὶ κόπτω κόπανον καὶ τροπῇ τοῦ ε εἰϲ η ἤρανον· ἡ εὐθεῖα τοῦ πληθυντικοῦ ἤρανα, εἶτα ϲυγκοπῇ ἢ ἀποκοπῇ ἦρα.