Eumenides

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. βροτοφθόρους κηλῖδας ἐν χώρᾳ βαλεῖ.[*](βαλεῖ Turnebus: βαλεῖν codd.)
  2. στενάζω; τί ῥέξω;
  3. γελῶμαι:[*](γελῶμαι Tyrwhitt: γένωμαι codd.) δύσοιστα.
  4. πολίταις ἔπαθον:
  5. ἰὼ μεγάλα τοι κόραι δυστυχεῖς
  6. Νυκτὸς ἀτιμοπενθεῖς.