Eumenides

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. κρίνασα δ᾽ ἀστῶν τῶν ἐμῶν τὰ βέλτατα
  2. ἥξω,[*](ἥξω] ἄξω Auratus) διαιρεῖν τοῦτο πρᾶγμ᾽ ἐτητύμως,
  3. ὅρκον[*](ὅρκον recc.: ὅρκων mutatum in ὅρκον M) πορόντας[*](πορόντας ex scholio Hermann: περῶντας codd.) μηδὲν ἔκδικον φράσειν.[*](φράσειν Markland: φρεσίν M)[*](hunc v. om. Fa, post 485 habent Fl V)
Χορός
  1. νῦν καταστροφαὶ νέων
  2. θεσμίων, εἰ κρατή-
  3. σει δίκα <τε[*](τε add. Heath)> καὶ βλάβα