Supplices
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- ποῖον πανόπτην οἰοβουκόλον λέγεις;
- Ἄργον, τὸν Ἑρμῆς παῖδα γῆς κατέκτανεν.
- τί οὖν ἔτευξεν[*](ἔτευξεν Turnebus: ἔτευξε δ᾽ codd.) ἄλλο δυσπότμῳ βοΐ;
- βοηλάτην μύωπα κινητήριον.
- καὶ ταῦτ᾽ ἔλεξας πάντα συγκόλλως ἐμοί.
- καὶ μὴν Κάνωβον κἀπὶ Μέμφιν ἵκετο.
- ---
- καὶ Ζεύς γ᾽ ἐφάπτωρ χειρὶ φιτύει[*](φιτύει Scaliger: φυτεύει codd.) γόνον.
- Ἔπαφος ἀληθῶς ῥυσίων ἐπώνυμος.
- ---
- Λιβύη, μέγιστον γῆς <πέδον[*](πέδον add. Burges)> καρπουμένη.
- τίν᾽ οὖν ἔτ᾽ ἄλλον τῆσδε βλαστημὸν λέγεις;
- Βῆλον δίπαιδα, πατέρα τοῦδ᾽ ἐμοῦ πατρός.