De Sacrificiis Abelis Et Caini
Philo Judaeus
Philo Judaeus. Cohn, Leonard, editor. Opera quae supersunt, Volume 1. Berlin: Reimer, 1896.
συνομαρτοῦσι δὲ αὐτῇ τῶν συνηθεστάτων πανουργία προπέτεια ἀπιστία κολακεία φενακισμὸς ἀπάτη ψευδολογία ψευδορκία ἀσέβεια ἀδικία ἀκολασία, ὧν ἐν μέσῳ καθάπερ ἡγεμὼν χοροῦ στᾶσά φησι πρὸς τὸν νοῦν τάδε· „εἰσίν, ὦ οὗτος, θησαυροὶ πάντων ἀγαθῶν ὅσα ἀνθρώπεια παρ’ ἐμοί — τὰ γὰρ θεῖα ἐν οὐρανῷ —, ὧν ἐκτὸς οὐδὲν εὑρήσεις· τούτους, ἢν ἐθέλῃς μοι συνοικεῖν, [*](1 — 215,20 ἡ μὲν οὖν — ἐμπεφορημένος ἀκράτου om. H1P1L1; in G2 haec adnotantur (fol. 89r): ἐν τῶ λόγω περὶ ὧ ἱερουργοῦσιν Ἄβελ τε καὶ Κάϊν φέρεται ὃ δηλονότι βέλτιον τὰ παρόντα τοῦ λόγου. in L2 haec leguntur: τὸ λεῖπον προεγράφη ἐν τῶ περὶ τοῦ μίσθωμα πόρνης εἰς τὸ ἱερὸν μὴ παραδέχεσθαι λόγω, οὗ ἡ ἀρχή, πάνυ καλῶς ἐν ταῖς ἱεραῖς στήλαις 1 χαμαιτύπου Α2Β τὸν om. UG2H τεθρυμενηι Pap, τεθραμμένη Turn. 3 τοῖς ὀφθαλμοῖς MA1G1 νέων] ἀνθρώπων MA1G1 θάρσος om. MA1G1 4 βλέπουσα MA1G1 5 ἐνορθριάζουσα F, ἐνωραΐζουσα MA1G1; ἐξορθιάζουσα coni. Wendl.; fort. ἐπορθιάζουσα σεσαρυῖα Pap UF: σεσηρυῖα ceteri καὶ om. MA1G1 6 τρίχας τῆς κεφαλῆς transp. F 7 ἐπαλλήλαις G1, ἀλλεπαλλήλαις MA1 ἐρευθὲς Pap, χρῶμα ἐρευθές MA1G1 8 ἐπηνθισμένη MA1G1 ἄκρως] ἁβρῶς A1 9 ὅσ’ Α2Β 10 ἃ κόσμος ’Gi ἐστιν Pap γυναικος Pap, γυναικῶν Α2Β περιειμένη F, περικαθημένη Pap UGHP, περὶ ἀγορὰν καθημένων 11 οἰκείαν G2 νομισουσα Pap 12 τὸ] ’τον Pap δὲ Pap MG2: δ’ ceteri 13 πανουργεια Pap προπέτεια — ἀσέβεια (14) om. A2G2BHPUF ἀπιστία απιστεια) add. Pap: om. codd. 14 ψευδολογεια Pap ψευδορκία Pap MA1G1: ψευδοδοξία v 15 χοροῦ στᾶσα Pap MABG: χοροστατοῦσα ceteri φησιν Pap ὦ om. MA1G1 17 τούτους οὖν MA1G1 θέλῃς Α2Β ἐμοὶ MA1G1) [*](1 sqq. ibid. § H Illa igitur meretricio procax motu, infracto per delicias incessu, nutantibus oculis et ludentibus iaculans palpebris retia, quibus pretiosas iuvenum animas capit, . . . in plateis vaga, . . . pudore vilis, amictu dives, genas picta; eteuim quia verum decorem naturae habere non potest, adulterinis fucis affectatae pulchritudinis lenocinatur speciem, non veritatem; vitionim succincta comitatu et quodam uequitiarum choro circumfusa, dux criminum.)