Fragmenta In Lamentationes (In Catenis de Prophetis)

Origen

Origenes. Origenes Werke, Vol 3. Klostermann, Erich, editor. Leipzig: Hinrichs, 1901.

Ἐγγίζων τῇ Ἱερουσαλὴμ ὁ κύριος >ἔκλαυσεν καὶ εἶπεν. εἰ ἔγνως καὶ σὺ τὰ εἰς εἰρήνην σου<. »Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλή, ἡ ἀποκτείνουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν, [*](2f. Vgl. Luk. 4, 18 Jes. 61, 1. — 5 Jes. 42, 7. — 23 Vgl. Luc. 6, 21. — 24 Vgl. Röm. 12, 15. — 26 Vgl. Luk. 19, 41. 42. — Matth. 23, 37 Luk. 13, 34.) [*](1 νοήσομεν Gh νοήσωμεν c o | 3 αἰχμαλωσίας c1 a . R. o ἁμαρτίας c* | 8 φη c | 9 πᾶσαν πρὸς θεογνωσίαν 0 | 10 ἅπασαν c | 12 τέτταρα 0 |14 ἀκύλου ο | vorher τοῦ αὐτοῦ co | τῇ] τὴν c | ἔγνως καὶ] ἔγνωκα C* o ἐγνωκας c1 | 27 ἀποκτέννουσα c.)

237
ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαοι τὰ | | τέκνα σου, ὅν τρόπον ἔρνις ἐπισυνάγει τὰ νοσσία ἐαυτῆς ὐπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε«.

Εἰ τοίνυν »μακάριοι οἱ κλαίοντες, ὅτι γελάσονται«, ἔδει Ἱερεμίαν τὸν μυστικὸν τοῦτον κλαῦσαι κλαυθμὸν καὶ κατὰ τὸ »μακάριοι οἱ πενθοὺντες« πενθῆσαι τοῦς τοῦ πενθεῖσθαι ἀξίους.