Περὶ διχρόνων

Aelius Herodianus

Aelius Herodianus, Περὶ διχρόνων, Grammatici Graeci 3.2, Lentz, Teubner, 1868

Πᾶν οὐδέτερον εἰϲ οϲ λῆγον διϲύλλαβον, ἔχον πρὸ τέλουϲ τὸ α, ϲυνεϲταλμένον αὐτὸ ἔχει, ὁπότε μὴ κατὰ διάλεκτον εἴη, ἄχοϲ, δάοϲ,

  • δάοϲ μετὰ χερϲὶν ἔχουϲα (ψ 294),
  • φάοϲ, χάοϲ, ϲάκοϲ, βάροϲ, πάθοϲ, κράτοϲ, θράϲοϲ. ὅθεν καὶ τὸ φάροϲ ϲυϲτέλλον τὸ α, ὡϲ παρὰ Ϲοφοκλεῖ ἐν Κρίϲει ϲατυρικῇ [*](l. 6 ἀϲτέῤ pro ἀϲτέρι Lehrsius adnotans Herodianeum esse αϲέροπ — l. 7 hunc canonem ab epitomatore valde mutilatum esse explicate exposuit Lehrsius, qui hic et ῥῦμα et κνῦμα memorata fnisse et omnino ab Herodiano expositum esse suspicatur accurate a communi usu quid veteres poetae et strictius, quid Atticorum mos discesserit cf. etiam Lobeck. Parall. p 417 seqq. — l. 17 pro πονηρόϲ Draco recte praebet ποιηρόϲ cum D. l, 23 τὸ ἐπίθετον addidit Lehrsius adnotans excidisse aliquid, quo significaretur exceptionenm in πενθερόϲ eo excusabilem esse, quod esset προϲηγορικόν. l. 30 pro ἐν ἡρωϊκῷ μέτρῳ scripsi, quod Herodianum scripsisse putat Lehrsius.)
    16
  • καὶ δὴ φάρει τῷδ᾿  ὡϲ ἐμῷ καλύπτομᾳι
  • καὶ ἐν Τηρεῖ
  • ϲπεύδουϲαν αὐτήν· ἐν δὲ ποικίλῳ φάρει
  • ἀναλογώτερόν ἐϲτι τοῦ ἐκτείνοντοϲ τὸ α, ὡϲ παῤ Αἰϲχύλῳ ἐν Ϲαλαμινίαιϲ
  • ἐμοὶ γένοιτο φᾶροϲ ἴϲον ἐν οὐρανῷ.
  • τὸ πρᾶγοϲ παρὰ τὸ πρήϲϲω καὶ πράϲϲω γενόμενον ϲυνεκτεινόμενον ἔϲχε τῷ ῥήματι τὸ α. πρόϲκειται δὲ ὁπότε μὴ κατὰ διάλεκτον εἴη διὰ τὸ μῆκοϲ μᾶκοϲ.