Eumenides

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. καὶ μέγα φωνοῦντ᾽
  2. ἐχθραῖς ὀργαῖς ἀμαθύνει.
Χορός
  1. δενδροπήμων δὲ μὴ πνέοι βλάβα,
  2. τὰν ἐμὰν χάριν λέγω:
  3. φλογμός[*](φλογμὸς Fl V: φλοιγμὸς M) <τ᾽[*](τ᾽ add. Turnebus)> ὀμματοστερὴς φυτῶν, τὸ
  4. μὴ περᾶν ὅρον λοπῶν,[*](λοπῶν Wecklein: τόπων codd.)