Eumenides

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. στενάζω; τί ῥέξω;
  2. γελῶμαι: δύσοιστα[*](cf. ad 789)
  3. πολίταις ἔπαθον:
  4. ἰὼ μεγάλα τοι κόραι δυστυχεῖς
  5. Νυκτὸς ἀτιμοπενθεῖς.
Ἀθηνᾶ
  1. οὐκ ἔστ᾽ ἄτιμοι, μηδ᾽ ὑπερθύμως ἄγαν