Eumenides
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- στενάζω; τί ῥέξω;
- γελῶμαι: δύσοιστα[*](cf. ad 789)
- πολίταις ἔπαθον:
- ἰὼ μεγάλα τοι κόραι δυστυχεῖς
- Νυκτὸς ἀτιμοπενθεῖς.
- οὐκ ἔστ᾽ ἄτιμοι, μηδ᾽ ὑπερθύμως ἄγαν