Eumenides
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- ἀπὸ στρατείας[*](ἀποστρατείᾶς (ι supra scr.) M) γάρ νιν[*](νιν Porson: μιν M) ἠμποληκότα
- †τὰ πλεῖστ᾽ ἄμεινον[*](ἄμείνον᾽ M (i. e. ἄμεινον mutatum in ἀμείνον᾽)) εὔφροσιν δεδεγμένη,
- δροίτῃ[*](δροίτῃ A P: δροίτη M G) περῶντι λουτρὰ κἀπὶ τέρματι
- φᾶρος παρεσκήνωσεν†,[*](corrupta coniecturis frustra tentata)[*](Post 632 excidisse aliquid existimat Schütz)[*](παρεσκήνωσεν A: περἐσκήνωσεν M G schol.) ἐν δ᾽ ἀτέρμονι
- κόπτει πεδήσασ᾽ ἄνδρα δαιδάλῳ πέπλῳ.
- ἀνδρὸς μὲν ὑμῖν οὗτος εἴρηται μόρος