Libation Bearers

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. οὐδ᾽ ἐξέτεινα χεῖρ᾽ ἐπ᾽ ἐκφορᾷ[*](ἐκφορᾷ Dindorf: ἐκφορὰν schol.) νεκροῦ.
  2. ---
  3. <ἔα.>[*](hinc incipiunt codd. M G)[*](ἔα add. Dindorf) τί χρῆμα λεύσσω; τίς ποθ᾽ ἥδ᾽ ὁμήγυρις
  4. στείχει γυναικῶν φάρεσιν μελαγχίμοις
  5. πρέπουσα; ποίᾳ ξυμφορᾷ προσεικάσω;
  6. πότερα δόμοισι πῆμα προσκυρεῖ νέον;