Libation Bearers

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. γυνὴ τόπαρχος,[*](τόπαρχος G: ταπαρχος (ό supra α scr. m) M) ἄνδρα δ᾽[*](τ᾽ M) εὐπρεπέστερον:
  2. αἰδὼς γὰρ ἐν λεχθεῖσιν οὐκ ἐπαργέμους
  3. λόγους τίθησιν: εἶπε θαρσήσας ἀνὴρ
  4. πρὸς ἄνδρα κἀσήμηνεν ἐμφανὲς τέκμαρ.