Libation Bearers
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- τάχυνε δ᾽, ὡς καὶ νυκτὸς ἅρμ᾽ ἐπείγεται
- σκοτεινόν, ὥρα[*](ὥρα Robortello: ὧρα M: ὥραι m) δ᾽ ἐμπόρους καθιέναι
- ἄγκυραν ἐν δόμοισι πανδόκοις ξένων.
- ἐξελθέτω τις δωμάτων τελεσφόρος
- γυνὴ τόπαρχος,[*](τόπαρχος G: ταπαρχος (ό supra α scr. m) M) ἄνδρα δ᾽[*](τ᾽ M) εὐπρεπέστερον:
- αἰδὼς γὰρ ἐν λεχθεῖσιν οὐκ ἐπαργέμους