Libation Bearers
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- μένει χρονίζοντας[*](χρονίζοντας Dindorf: χρονίζοντ᾽ M) ἄχη [βρύει[*](βρύει seclusit Dindorf)],
- τοὺς δ᾽ ἄκραντος ἔχει νύξ.
Χορός- δι᾽ αἵματ᾽ ἐκποθένθ᾽[*](ἐκποθένθ᾽ Schütz: ἐκποθὲν M) ὑπὸ χθονὸς τροφοῦ
- τίτας φόνος πέπηγεν οὐ διαρρύδαν.
- διαλγὴς <δ᾽>[*](δ᾽ add. Schütz Post 69 iterum v. 65 legit M, eiecit Heath) ἄτα διαφέρει
- τὸν αἴτιον παναρκέτας νόσου βρύειν.