Libation Bearers
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- τοὔνειρον εἶναι τοῦτ᾽ ἐμοὶ τελεσφόρον.
- κρίνω δέ τοί νιν ὥστε συγκόλλως[*](συγκόλλως Victorius: συσκόλως (altero λ supra λ scr.) M) ἔχειν.
- εἰ γὰρ τὸν αὐτὸν χῶρον ἐκλιπὼν[*](ἐκλιπὼν Blomfield: ἐκλείπων (ex ἐκλείπειν factum) M) ἐμοὶ
- οὕφις ἐμοῖσι σπαργάνοις ὡπλίζετο,[*](ita Porsonus versum emendavit: οὔφεῖσεπᾶσασπαργανηπλείζετο M)
- καὶ μαστὸν[*](μαστὸν Blomfield: μασθὸν M) ἀμφέχασκ᾽ ἐμὸν θρεπτήριον,
- θρόμβῳ δ᾽ ἔμειξεν αἵματος φίλον γάλα,