Libation Bearers

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. ἰχνοσκοποῦσά τ᾽ ἐν στίβοισι τοῖς ἐμοῖς
  2. ἀνεπτερώθης κἀδόκεις ὁρᾶν ἐμέ.
  3. σκέψαι τομῇ[*](σκέψαι κόμῃ hartung: σκέψαιτο μὴ M: σκέψαι τομῇ Turnebus) προσθεῖσα βόστρυχον τριχὸς
  4. σαυτῆς ἀδελφοῦ σύμμετρον[*](σύμμετρον Schütz: σκέψαιτο μὴ M: σκέψαι τομῇ Turnebus)[*](σύμμετρον Schütz: συμμέτρου M) τῷ σῷ κάρᾳ.[*](226-in codd. sic leguntur: 226, 228, 227, 230, 229: ordinem mutavit Hermann)
  5. ἰδοῦ δ᾽ ὕφασμα τοῦτο, σῆς ἔργον χερός,
  6. σπάθης τε πληγὰς ἠδὲ[*](ἠδὲ Turnebus: εἰς δὲ M) θήρειον[*](θήρειον Bamberger: θηρίον M) γραφήν.