Agamemnon

Aeschylus

Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.

  1. φλέγουσαν, ἔστ᾽ ἔσκηψεν, εὖτ᾽[*](ἔστ᾽ . . . εὖτ᾽ Hermann: εἶτ᾽ . . . εἶτ᾽ codd.) ἀφίκετο
  2. Ἀραχναῖον αἶπος, ἀστυγείτονας σκοπάς:
  3. κἄπειτ᾽ Ἀτρειδῶν ἐς τόδε σκήπτει στέγος