Seven Against Thebes
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- τίνες; τί δ᾽ εἶπας; παραφρονῶ φόβῳ λόγου.
- φρονοῦσα νῦν ἄκουσον: Οἰδίπου τόκω[*](τόκω Dindorf: τόκος (γένος suprascr. m) M)—
- οἲ ʼγὼ τάλαινα, μάντις εἰμὶ τῶν κακῶν.
- οὐδ᾽ ἀμφιλέκτως μὴν κατεσποδημένω[*](κατεσποδημένω Dindorf: κατεσποδημένοι codd.)—
- ἐκεῖθι κεῖσθον;[*](κεῖσθον (ηλ suprascr. m) M) βαρέα δ᾽ οὖν ὅμως φράσον.
- ἅνδρες[*](ἅνδρες Porson: ἄνδρες codd.) τεθνᾶσιν ἐκ χερῶν αὐτοκτόνων.