Supplices
Aeschylus
Aeschyli Tragoediae. Sidgwick, Arthur, editor. Oxford: Clarendon Press, 1902.
- ἀδμήτας ἀδμήτα
- ῥύσιος γενέσθω,
Χορος- σπέρμα σεμνᾶς μέγα ματρὸς
- εὐνὰς ἀνδρῶν, ἒ ἔ,
- ἄγαμον ἀδάματον ἐκφυγεῖν.
Χορος- εἰ δὲ[*](δὲ ex schol. Turnebus: δὴ codd.) μή, μελανθὲς
- ἡλιόκτυπον[*](ἡλιόκτυπον Wellauer: ἡδιόκτυπον M G) γένος
- τὸν γάιον,[*](γάιον Wellauer: ταιον codd.)
- τὸν πολυξενώτατον
- Ζῆνα τῶν κεκμηκότων
- ἱξόμεθα σὺν κλάδοις
- ἀρτάναις θανοῦσαι,
- μὴ τυχοῦσαι θεῶν Ὀλυμπίων.
Χορος- ἆ Ζήν, Ἰοῦς:[*](post Ἰοῦς interpunxi) ἰὼ[*](ἆ Ζήν, Ἰοῦς ex schol. Hartung, ἰὼ Schwerdt: ἀζηνιουσιω M (idem vario accent. errore codd. cett.))
- μῆνις μάστειρ᾽ ἐκ θεῶν:
- κοννῶ δ᾽ ἄγαν[*](κοννῶ δ᾽ ἄγαν Bamberger: κοννωδάταν codd.)