Ocypus

Pseudo-Lucian

Lucian (Pseudo). Luciani Samosatensis Opera, Vol. 3. Jacobitz, Karl, editor. Leipzig: Teuber, 1913.

  1. Ἰδού, σιδηρόχαλκον ἐπιφέρω τομήν.
  2. ὀξεῖαν, αἱμόδιψον, ἡμιστρόγγυλον.
Ὠκύπους
  1. Ἔα, ἔα.
Τροφεύς
  1. Σῶτερ, τί ποιεῖς; μὴ τύχοις σωτηρίας.
  2. τολμᾷς σιδηρόσπαρτον ἐπιβαλεῖν πόνον;
  3. μηδὲν κατειδὼς προσφέρεις κακὸν ποσί.