In Flaccum
Philo Judaeus
Philo Judaeus. Cohn, Leonard and Reiter, Sigofried, editors. Opera quae supersunt, Volume 6. Berlin: Reimer, 1915.
ἐν ἅπασι τοῖς θιάσοις ἢ τοῖς πλείστοις ὁ Ἰσίδωρος τὰ πρωτεῖα φέρεται καὶ λέγεται ὁ συμποσίαρχος, ὁ κλινάρχης, ὁ ταραξίπολις. εἶτα ὅταν τι βουληθῇ διαπράξασθαι τῶν ἀλυσιτελῶν, ἀφ’ ἑνὸς συνθήματος ἀθρόως συνέρχονται καὶ τὸ κελευσθὲν λέγουσι καὶ δρῶσι. καί ποτε τῷ Φλάκκῳ δυσχεράνας,
ὅτι δόξας παρ’ αὐτῷ τις εἶναι κατ’ ἀρχὰς οὐκέθ’ ὁμοίως αὖθις ἐσπουδάζετο, μισθοδοτήσας τοὺς ἀλειφοβίους καὶ φωνασκεῖν εἰωθότας, οἳ τὰς καταβοήσεις ὥσπερ ἐπ’ ἀγορᾶς πιπράσκουσι τοῖς ἔχουσιν ὠνητικῶς, παρακελεύει συνελθεῖν εἰς τὸ γυμνάσιον.
οἱ δὲ πληρώσαντες αὐτὸ τοῦ Φλάκκου ἀπ’ οὐδεμιᾶς προφάσεως κατηγόρουν, ἀγένητα πλάττοντες ἐγκλήματα καὶ ψευδεῖς ῥήσεις δι’ ἀναπαίστων καὶ μακρὰς συνείροντες, ὡς καταπεπλῆχθαι μὴ μόνον Φλάκκον ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ἐπὶ τῷ παραλόγῳ καί, ὅπερ ἦν, συμβαλεῖν, ὅτι πάντως ἐστί τις ᾧ χαρίζονται, μήτ’ αὐτοί τι πεπονθότες ἀνήκεστον μήτε τὴν ἄλλην πόλιν εὖ εἰδότες πλημμεληθεῖσαν.
ἔπειτα [*](1 δὴ] οὖν Α ὢν om. A κατήγορος] κτήσεως N 2 ἡσίδωρος H ὀχληρός D 3 συγχέειν] κυκᾶν GD εἰρήνης N 4 εὐσταθείας N καὶ θορύβους] καθορύβους M 5 συναυξῆσαι καὶ συγκροτῆσαι trausp. Α 6 πεφορημένων M, πεφυρμένον D; πεφυρημένον coni. Matthaei σὺν κλύδωνι ἡθροισμένον D ἡρμωσμένον G αὑτὸν A: αὐτόν MHD, ἑαυτὸν GN 7 διανενέμητο Α 9 ἀλλά G μέθαι παροινία N ἔκγονος] ἔκμονος (sic) N 10 καὶ ante ἐν add. N 11 ήσίδωρος H φέρεται καὶ λέγεται MGHN (Turn.): λέγεται φέρεσθαι Α; φέρεσθαι λέγεται Mang. 12 συμποσίαρχος Turn. (v): ποσίαρχος codd., κλίναρχος A 13 ἀθρόον Α, ἀθρόοι N συνέρχονται (ον corr. ex ε) λέγουσιν L ὅτι Turn. (v): ἔτι codd. γὰρ ante τοὺς add. A ἀλειφοβίους HN, ἀλειφοβία ἀλιφοβίους G, ἀλειφομένους A; ἀλητηβίους ἀλητοβίους coni. Matthaei φωνασκεῖν Α (Mang.): φωνομαζεῖν MH (Turn.), φονομαζεῖν N, φωνομαζᾶν G 17 πιπράσκουσιν M 18 συνελθεῖν] ἐλθεῖν N γνυμνάσιον (sic) M αὐτὸ AL: αὐτόν MGN, ὂν corr. in ὁ H τοῦ φλάκκου N (v): τὸν φλάκκον ceteri ἐπ᾿ N 19 ἀγένητα GA: ἀγέννητα MH (v) 20 μακράς GAL (Mang.): μακρὰ MHN (Turn.) 22 μήτ᾿ (corr. ex μὴ δ’) H: μὴ δ’ MGN, μὴ δὲ Α πεπονθότος Α) [*](1—23 N fol. 152r περὶ τοῦ Φλάκκου: ὁ μὲν δὴ Λάμπων—πλημμεληθεῖσαν. 2 — 7 DK. fol. 259v Φίλωνος ἐκ τῶν κατὰ Φλάκκον: ἄνθρωπος—ἐσπουδακώς. 9. 10 ἡ—ὕβρις cf. adn. ad p. 136,23. ἀλειφοβίους: cf. Hesych. Phot. lex. Bekker 382,17.)