<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:82-90</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:82-90</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="82"><p>82. (X, 68)</p><p>Καλὸν μὲν στυγόδεμνον ἔχειν νόον· εἰ δ’ ἄρ’ ἀνάγκη,
ἀρσενικὴ φιλότης μήποτέ σε κλονέοι.</p><p>θηλυτέρας φιλέειν ὀλίγον κακὸν, οὕνεκα κείναις
Κυπριδίους ὀάρους πότνα δέδωκε φύσις.</p><p>δέρκεο τῶν ἀλόγων ζώων γένος· ἦ γὰρ ἐκείνων <lb n="5"/>
οὐδὲν ἀτιμάζει θέσμια συζυγίης.</p><p>ἄρσενι γὰρ θήλεια συνάπτεται. οἱ δ’ ἀλεγεινοὶ
ἄνδρες ἐς ἀλλήλους ξεῖνον ἄγουσι γάμον.</p><pb n="384"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="83"><p>83. (X, 69.)</p><p>Τὸν θάνατον τί φοβεῖσθε, τὸν ἡσυχίης γενετῆρα,
τὸν παύοντα νόσους καὶ πενίης ὀδύνας;</p><p>μοῦνον ἅπαξ θνητοῖς παραγίγνεται, οὐδέ ποτ’ αὐτὸν
εἶδέν τις θνητῶν δεύτερον ἐρχόμενον.</p><p>αἱ δὲ νόσοι πολλαὶ καὶ ποικίλαι, ἄλλοτ’ ἐπ’ ἄλλων <lb n="5"/>
ἐρχόμεναι θνητῶν, καὶ μεταβαλλόμεναι.</p><p>ΕΠΙΓΡ ΑΜΜΑΤΑ ΣΚΩΠΤΙΚΑ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="84"><p>84. (XI, 57.)</p><p>Γαστέρα μὲν σεσάλακτο γέρων εὐωδεῖ βακχῶ
Οἰνοπίων, ἔμπης δ’ οὐκ ἀπέθηκε δέπας.</p><p>ἀλλ’ ἔτι διψώων ἰδίῃ κατεμέμφετο χειρὶ,
ὡς ἀπὸ κρητῆρος μηδὲν ἀφυσσαμένῃ.</p><p>οἱ δὲ νέοι ῥέγχουσι, καὶ οὐ σθένος οὐδ’ ἀπ’ ἀριθμοῦ <lb n="5"/>
τὰς κύλικας γνῶναι τὰς ἔτι πινομένας.</p><p>πῖνε, γέρον, καὶ ζῆθι· μάτην δ’ ἄρα θεῖος Ὄμηρος
τείρεσθαι πολιὴν ἐκ νεότητος ἔφη.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="85"><p>85.* (XI, 64.)</p><p>Ἡμεῖς μὶν πατέοντες ἀπείρονα
ἄμμιγα βακχευτὴν ῥυθμὸν ἀνεπλέκομεν.</p><p>ἤδη δ’ ἄσπετον οἶδμα κατέρρεεν· οἶα δὲ λέμβοι
κισσύβια γλυκερῶν νήχεθ’ ὑπὲρ ῥοθίων,</p><p>οἱσιν ἀρυσσάμενοι σχέδιον ποτὸν ἤνομεν ἤδη <lb n="5"/>
θερμῶν Νηι·άδων οὐ μάλα δευόμενοι.</p><p>ἡ δὲ καλὴ ποτὶ ληνὸν ὑπερκύπτουσα Ροδάνθη
μαρμαρυγῇς κάλλους νᾶμα κατηγλάϊσεν.</p><p>πόντων δ’ ἐκδεδόνηντο θοαὶ φρένες, οὐδέ τις ἡμέων
ἦεν, ὃς οὐ Βάκχῳ δάμνατο καὶ Παφίῃ.</p><lb n="10"/><p>τλήμονες· ἀλλ’ ὁ μὲν εἷρπε παραὶ πόσιν ἄφθονος ἡμῖν·
τῆς δ’ ἀρ’ ὑπ’ ἐλπωρῇ μοῦνον ἐπαιζόμεθα.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="86"><p>86.* ΧΙ, 350.)</p><p>Εἰς δικολόγον ἀδικοῦντα.</p><p>Νήπιε, πῶς σε λέληθε Δίκης ζυγόν; οὐ νοέεις δὲ
ἀνδράσιν οὐχ ὁσίοις ψῆφον ὀφειλομένην;</p><p>ῥήτρη πιστεύεις πυκινόφρονι, σῇ τε μενοινῇ
ποικίλον αὐδῆσαι μῦθον ἐπισταμένῃ.</p><pb n="385"/><p>ἐλπίζειν ἔξεστι· Θέμιν δ’ οὐκ οἶδεν ἀμεῖψαι <lb n="5"/>
τῆς σῆς ἠλεμάτου παιγνία φαντασίης.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="87"><p>87.* (XI, 352.)</p><p>In Anth. Plan. p. 68. ἀδέσποτον.</p><p>Τὸν σοφὸν ἐν κιθάρῃ, τὸν μουσικὸν Ἀνδροτίωνα
εἴρετό τις τοίην κρουματικὴν σοφίην·</p><p>„δεξιτερὴν ὑπάτην ὁπότε πλήκτροισι δόνησας,
ἡ λαιὴ νήτη πάλλεται αὐτομάτως</p><p>λεπτὸν ὑποτρύζουσα, καὶ ἀντίτυπον τερέτισμα <lb n="5"/>
πάσχει, τῆς ἰδίης πλησσομένης ὑπάτης·</p><p>ὣστε με θαυμάζειν, πῶς ἄπνοα νεῦρα
ἡ φύσις ἀλλήλοις θήκατο συμπαθέα.”</p><p>ὃς δὲ τὸν ἐν πλήκτροισιν Ἀριστόξεινον ἀγητὸν
ὤμοσε μὴ γνῶναι τήνδε θεημοσύνην·</p><lb n="10"/><p>„ἔστι δ᾿” ἔφη „λύσις ἥδε. τὰ νευρία πάντα
ἐς οιος χολάδων αμμιγα τερσομένων.</p><p>τοὔνεκέν εἰσιν ἀδελφὰ, καὶ ὡς ξύμφυλα συνηχεῖ,
ξυγγενὲς ἀλλήλων φθέγμα μεριζόμενα.</p><p>γνήσια γὰρ τάδε πάντα, μιῆς ὅτε γαστρὸς ἐόντα, <lb n="15"/>
καὶ τῶν ἀντιτύπων κληρονομεῖ πατάγων.</p><p>καὶ γὰρ δεξιὸν ὄμμα κακούμενον ὄμματι λαιῷ
πολλάκι τοὺς ἰδίους ἀντιδίδωσι πόνους.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="88"><p>88.* (XI, 354.)</p><p>Palladae in Anth. Plan. p. 188.</p><p>Ἄλλον Ἀριστοτέλην, Νικόστρατον, ἰσοπλάτωνα,
σκινδαλαμοφράστην αἰπυτάτης σοφίης,</p><p>τοῖα περὶ ψυχῆς τις ἀνείρετο· πῶς θέμις εἰπεῖν
τὴν ψυχὴν, θνητὴν ἢ πάλιν ἀθάνατον;</p><p>σῶμα δὲ δεῖ καλέειν ἢ ασώματον; ἐν δὲ νοητοῖς <lb n="5"/>
τακτέον ἢ ληπτοῖς, ἢ τὸ συναμφότερον;”</p><p>αὐτὰρ ὃ τὰς βίβλους ἀνελέξατο τῶν
καὶ τὸ περὶ ψυχῆς ἔργον Ἀριστοτέλους,</p><p>καὶ πάρα τῷ Φαίδωνι Πλατωνικὸν ὕψος ἐπιγνοὺς
πᾶσαν ἐνησκήθη πάντοθεν ἀτρεκίην.</p><lb n="10"/><p>εἶτα περιστέλλων τὸ τριβώνιον, εἶτα γενείου
ἄκρα καταψήχων, τὴν λύσιν ἐξέφερεν·</p><p>„εἴπερ ὅλως ἔστι ψυχῆς φύσις, οὐδὲ γὰρ
ἢ θνητὴ πάντως ἐστιν ἢ ἀθάνατος,</p><pb n="386"/><p>στεγνοφυὴς ἢ ἄυλος· ὅταν δ’ Ἀχέροντα περήσῃς, <lb n="15"/>
κεῖθι τὸ νημερτὲς γνώσεαι, ὡς ὁ πότων.</p><p>εἰ δ’ ἐθέλεις, τὸν παῖδα Κλεόμβροτον Ἀμβρακιώτην
μιμοῦ, καὶ τεγέων σὸν δέμας ἐκχάλασον.</p><p>καὶ κεν ἐπιγνοίης δίχα σώματος αὐτίκα σαυτὸν,
μοῦνον ὅπερ ζητεῖς τοῦθ’ ὑπολειπόμενος.”</p><lb n="20"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="89"><p>89.* (XI, 365.)</p><p>In Anth. Plan. p. 133. ἄδηλον</p><p>Καλλιγένης ἀγροῖκος, ὅτε σπόρον ἔμβαλε μίη,
οἶκον Ἀριστοφάνους ἦλθεν ἐς ἀστρολόγου,</p><p>ᾔτεε δ’ ἐξερέειν, εἴπερ θέρος αἴσιον αὐτῷ
ἔσται, καὶ σταχύων ἄφθονος εὐπορίη.</p><p>ὃς δὲ λαβὼν ψηφῖδας, ὑπὲρ πίνακός τε πυκάζων, <lb n="5"/>
δάκτυλά τε γνάμπτων, φθέγξατο Καλλιγένει·</p><p>„εἴτερ ἐπομβρηθῇ τὸ ἀρούριον, ὅσσον ἀπόχρη,
μηδέ τιν’ ὑλαίην τέξεται ἀνθοσύνην,</p><p>μηδὲ πάγος ῥήξῃ τὴν αὔλακα, μηδὲ χαλάζῃ
ἄκρον ἀποδρυφθῇ δράγματος ὀρνυμένου,</p><lb n="10"/><p>μηδὲ νεβροὶ κείρωσι τὰ λήι·α, μηδέ τιν’ ἄλλην
ἠέρος ἢ γαίης ὄψεται ἀμπλακίην,</p><p>ἐσθλόν σοι τὸ θέρος μαντεύομαι, εὖ δ’ ἀποκόψεις
τοὺς στάχυας· μούνας δείδιθι τὰς ἀκρίδας.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="90"><p>90.* (XI, 372.)</p><p>Lucillii in Anth. Plan. p.158.</p><p>Σῶμα φέρων σκιοειδὲς, ἀδερκέι· σύμπνοον αὔρῃ,
μὴ ποτε θαρσήσῃς ἄγχι τινὸς πελάσαι,</p><p>μή τις ἔσω μυκτῆρος ἀναπνείων σε κομώσῃ,
ἄσθματος ἠερίου πολλὸν ἀφαυρότερον.</p><p>οὐ σὺ μόρον τρομέεις· τότε γὰρ πάλιν οὐδὲν ἄμειψας <lb n="5"/>
ἔσσεαι ὡσαύτως φάσμα, τόπερ τελέθεις</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>