<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:80-99</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:80-99</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="80"><p>80. (X, 64.)</p><p>Ἦ ῥά γε ποῦ τὸ φρύαγμα τὸ τηλίκον; οἱ δὲ περισσοὶ
πῆ ἔβαν ἐξαίφνης ἀγχίποροι κόλακες;</p><p>νῦν γὰρ ἑκὰς πτόλιος φυγὰς ᾤχεο· τοῖς πρότερον δὲ
οἰκτροῖς τὴν κατὰ σοῦ ψῆφον ἔδωκε Τύχη.</p><p>πολλὴ σοι, κλυτοεργὲ Τύχη, χάρις, οὕνεχ’ ὁμοίως <lb n="5"/>
πάντας ἀεὶ παίζεις, κεἰσέτι τερπόμεθα.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="81"><p>81. (X, 66.)</p><p>Εὖτέ τις ἐκ πενίης πλούτου τύχοι, ἠδὲ καὶ ἀρχῆς,
οὐκέτι γιγνώσκει τις πέλε τὸ πρότερον.</p><p>τήν ποτε γὰρ φιλίην ἀπαναίνεται. ἀφρονέων δὲ, <lb n="5"/>
τέρψιν ὀλισθηρῆς οὐ δεδάηκε Τύχης.</p><p>ἦς ποτε γὰρ πτωχὸς ταλαπείριος οὐκ ἐθέλεις δὲ,
αἰτίσσας ἀκόλους, νῦν ἑτέροις παρέχειν.</p><p>πάντα, φίλος, μερόπεσσι παρέρχεται· εἰ δ’ ἀπιθήσεις,
ἔμπαλιν αἰτίζων, μάρτυρα σαυτὸν ἔχοις.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="82"><p>82. (X, 68)</p><p>Καλὸν μὲν στυγόδεμνον ἔχειν νόον· εἰ δ’ ἄρ’ ἀνάγκη,
ἀρσενικὴ φιλότης μήποτέ σε κλονέοι.</p><p>θηλυτέρας φιλέειν ὀλίγον κακὸν, οὕνεκα κείναις
Κυπριδίους ὀάρους πότνα δέδωκε φύσις.</p><p>δέρκεο τῶν ἀλόγων ζώων γένος· ἦ γὰρ ἐκείνων <lb n="5"/>
οὐδὲν ἀτιμάζει θέσμια συζυγίης.</p><p>ἄρσενι γὰρ θήλεια συνάπτεται. οἱ δ’ ἀλεγεινοὶ
ἄνδρες ἐς ἀλλήλους ξεῖνον ἄγουσι γάμον.</p><pb n="384"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="83"><p>83. (X, 69.)</p><p>Τὸν θάνατον τί φοβεῖσθε, τὸν ἡσυχίης γενετῆρα,
τὸν παύοντα νόσους καὶ πενίης ὀδύνας;</p><p>μοῦνον ἅπαξ θνητοῖς παραγίγνεται, οὐδέ ποτ’ αὐτὸν
εἶδέν τις θνητῶν δεύτερον ἐρχόμενον.</p><p>αἱ δὲ νόσοι πολλαὶ καὶ ποικίλαι, ἄλλοτ’ ἐπ’ ἄλλων <lb n="5"/>
ἐρχόμεναι θνητῶν, καὶ μεταβαλλόμεναι.</p><p>ΕΠΙΓΡ ΑΜΜΑΤΑ ΣΚΩΠΤΙΚΑ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="84"><p>84. (XI, 57.)</p><p>Γαστέρα μὲν σεσάλακτο γέρων εὐωδεῖ βακχῶ
Οἰνοπίων, ἔμπης δ’ οὐκ ἀπέθηκε δέπας.</p><p>ἀλλ’ ἔτι διψώων ἰδίῃ κατεμέμφετο χειρὶ,
ὡς ἀπὸ κρητῆρος μηδὲν ἀφυσσαμένῃ.</p><p>οἱ δὲ νέοι ῥέγχουσι, καὶ οὐ σθένος οὐδ’ ἀπ’ ἀριθμοῦ <lb n="5"/>
τὰς κύλικας γνῶναι τὰς ἔτι πινομένας.</p><p>πῖνε, γέρον, καὶ ζῆθι· μάτην δ’ ἄρα θεῖος Ὄμηρος
τείρεσθαι πολιὴν ἐκ νεότητος ἔφη.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="85"><p>85.* (XI, 64.)</p><p>Ἡμεῖς μὶν πατέοντες ἀπείρονα
ἄμμιγα βακχευτὴν ῥυθμὸν ἀνεπλέκομεν.</p><p>ἤδη δ’ ἄσπετον οἶδμα κατέρρεεν· οἶα δὲ λέμβοι
κισσύβια γλυκερῶν νήχεθ’ ὑπὲρ ῥοθίων,</p><p>οἱσιν ἀρυσσάμενοι σχέδιον ποτὸν ἤνομεν ἤδη <lb n="5"/>
θερμῶν Νηι·άδων οὐ μάλα δευόμενοι.</p><p>ἡ δὲ καλὴ ποτὶ ληνὸν ὑπερκύπτουσα Ροδάνθη
μαρμαρυγῇς κάλλους νᾶμα κατηγλάϊσεν.</p><p>πόντων δ’ ἐκδεδόνηντο θοαὶ φρένες, οὐδέ τις ἡμέων
ἦεν, ὃς οὐ Βάκχῳ δάμνατο καὶ Παφίῃ.</p><lb n="10"/><p>τλήμονες· ἀλλ’ ὁ μὲν εἷρπε παραὶ πόσιν ἄφθονος ἡμῖν·
τῆς δ’ ἀρ’ ὑπ’ ἐλπωρῇ μοῦνον ἐπαιζόμεθα.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="86"><p>86.* ΧΙ, 350.)</p><p>Εἰς δικολόγον ἀδικοῦντα.</p><p>Νήπιε, πῶς σε λέληθε Δίκης ζυγόν; οὐ νοέεις δὲ
ἀνδράσιν οὐχ ὁσίοις ψῆφον ὀφειλομένην;</p><p>ῥήτρη πιστεύεις πυκινόφρονι, σῇ τε μενοινῇ
ποικίλον αὐδῆσαι μῦθον ἐπισταμένῃ.</p><pb n="385"/><p>ἐλπίζειν ἔξεστι· Θέμιν δ’ οὐκ οἶδεν ἀμεῖψαι <lb n="5"/>
τῆς σῆς ἠλεμάτου παιγνία φαντασίης.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="87"><p>87.* (XI, 352.)</p><p>In Anth. Plan. p. 68. ἀδέσποτον.</p><p>Τὸν σοφὸν ἐν κιθάρῃ, τὸν μουσικὸν Ἀνδροτίωνα
εἴρετό τις τοίην κρουματικὴν σοφίην·</p><p>„δεξιτερὴν ὑπάτην ὁπότε πλήκτροισι δόνησας,
ἡ λαιὴ νήτη πάλλεται αὐτομάτως</p><p>λεπτὸν ὑποτρύζουσα, καὶ ἀντίτυπον τερέτισμα <lb n="5"/>
πάσχει, τῆς ἰδίης πλησσομένης ὑπάτης·</p><p>ὣστε με θαυμάζειν, πῶς ἄπνοα νεῦρα
ἡ φύσις ἀλλήλοις θήκατο συμπαθέα.”</p><p>ὃς δὲ τὸν ἐν πλήκτροισιν Ἀριστόξεινον ἀγητὸν
ὤμοσε μὴ γνῶναι τήνδε θεημοσύνην·</p><lb n="10"/><p>„ἔστι δ᾿” ἔφη „λύσις ἥδε. τὰ νευρία πάντα
ἐς οιος χολάδων αμμιγα τερσομένων.</p><p>τοὔνεκέν εἰσιν ἀδελφὰ, καὶ ὡς ξύμφυλα συνηχεῖ,
ξυγγενὲς ἀλλήλων φθέγμα μεριζόμενα.</p><p>γνήσια γὰρ τάδε πάντα, μιῆς ὅτε γαστρὸς ἐόντα, <lb n="15"/>
καὶ τῶν ἀντιτύπων κληρονομεῖ πατάγων.</p><p>καὶ γὰρ δεξιὸν ὄμμα κακούμενον ὄμματι λαιῷ
πολλάκι τοὺς ἰδίους ἀντιδίδωσι πόνους.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="88"><p>88.* (XI, 354.)</p><p>Palladae in Anth. Plan. p. 188.</p><p>Ἄλλον Ἀριστοτέλην, Νικόστρατον, ἰσοπλάτωνα,
σκινδαλαμοφράστην αἰπυτάτης σοφίης,</p><p>τοῖα περὶ ψυχῆς τις ἀνείρετο· πῶς θέμις εἰπεῖν
τὴν ψυχὴν, θνητὴν ἢ πάλιν ἀθάνατον;</p><p>σῶμα δὲ δεῖ καλέειν ἢ ασώματον; ἐν δὲ νοητοῖς <lb n="5"/>
τακτέον ἢ ληπτοῖς, ἢ τὸ συναμφότερον;”</p><p>αὐτὰρ ὃ τὰς βίβλους ἀνελέξατο τῶν
καὶ τὸ περὶ ψυχῆς ἔργον Ἀριστοτέλους,</p><p>καὶ πάρα τῷ Φαίδωνι Πλατωνικὸν ὕψος ἐπιγνοὺς
πᾶσαν ἐνησκήθη πάντοθεν ἀτρεκίην.</p><lb n="10"/><p>εἶτα περιστέλλων τὸ τριβώνιον, εἶτα γενείου
ἄκρα καταψήχων, τὴν λύσιν ἐξέφερεν·</p><p>„εἴπερ ὅλως ἔστι ψυχῆς φύσις, οὐδὲ γὰρ
ἢ θνητὴ πάντως ἐστιν ἢ ἀθάνατος,</p><pb n="386"/><p>στεγνοφυὴς ἢ ἄυλος· ὅταν δ’ Ἀχέροντα περήσῃς, <lb n="15"/>
κεῖθι τὸ νημερτὲς γνώσεαι, ὡς ὁ πότων.</p><p>εἰ δ’ ἐθέλεις, τὸν παῖδα Κλεόμβροτον Ἀμβρακιώτην
μιμοῦ, καὶ τεγέων σὸν δέμας ἐκχάλασον.</p><p>καὶ κεν ἐπιγνοίης δίχα σώματος αὐτίκα σαυτὸν,
μοῦνον ὅπερ ζητεῖς τοῦθ’ ὑπολειπόμενος.”</p><lb n="20"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="89"><p>89.* (XI, 365.)</p><p>In Anth. Plan. p. 133. ἄδηλον</p><p>Καλλιγένης ἀγροῖκος, ὅτε σπόρον ἔμβαλε μίη,
οἶκον Ἀριστοφάνους ἦλθεν ἐς ἀστρολόγου,</p><p>ᾔτεε δ’ ἐξερέειν, εἴπερ θέρος αἴσιον αὐτῷ
ἔσται, καὶ σταχύων ἄφθονος εὐπορίη.</p><p>ὃς δὲ λαβὼν ψηφῖδας, ὑπὲρ πίνακός τε πυκάζων, <lb n="5"/>
δάκτυλά τε γνάμπτων, φθέγξατο Καλλιγένει·</p><p>„εἴτερ ἐπομβρηθῇ τὸ ἀρούριον, ὅσσον ἀπόχρη,
μηδέ τιν’ ὑλαίην τέξεται ἀνθοσύνην,</p><p>μηδὲ πάγος ῥήξῃ τὴν αὔλακα, μηδὲ χαλάζῃ
ἄκρον ἀποδρυφθῇ δράγματος ὀρνυμένου,</p><lb n="10"/><p>μηδὲ νεβροὶ κείρωσι τὰ λήι·α, μηδέ τιν’ ἄλλην
ἠέρος ἢ γαίης ὄψεται ἀμπλακίην,</p><p>ἐσθλόν σοι τὸ θέρος μαντεύομαι, εὖ δ’ ἀποκόψεις
τοὺς στάχυας· μούνας δείδιθι τὰς ἀκρίδας.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="90"><p>90.* (XI, 372.)</p><p>Lucillii in Anth. Plan. p.158.</p><p>Σῶμα φέρων σκιοειδὲς, ἀδερκέι· σύμπνοον αὔρῃ,
μὴ ποτε θαρσήσῃς ἄγχι τινὸς πελάσαι,</p><p>μή τις ἔσω μυκτῆρος ἀναπνείων σε κομώσῃ,
ἄσθματος ἠερίου πολλὸν ἀφαυρότερον.</p><p>οὐ σὺ μόρον τρομέεις· τότε γὰρ πάλιν οὐδὲν ἄμειψας <lb n="5"/>
ἔσσεαι ὡσαύτως φάσμα, τόπερ τελέθεις</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="91"><p>91.* (XI, 376.)</p><p>Ammiani in Anth. Plan. p. 171.</p><p>Ῥήτορα πρὸς Διόδωρον ἀνὴρ δείλαιος ἀπελθὼν,
ἔγρετό μιν τοίης ἀμφὶ δικασπολίης·</p><p>„ἡμετέρη θεράπαινα φύγεν ποτέ· τὴν δέ τις εὑρὼν,
ἀλλοτρίην τ’ εἶναι λάτριν ἐπιστάμενος,</p><pb n="387"/><p>ζεῦξεν ἑῷ θεράποντι· τέκεν δ’ ὑπὸ παῖδας ἐκείνῳ <lb n="5"/>
καὶ τινι δουλεύειν εἰσὶ δικαιότεροι;”</p><p>ἐς δ’ ὅτε μερμήριξε, καὶ ἔδρακε βίβλον ἑκάστην,
εἶπεν ἐπιστρέψας γυρὸν ἐπισκύνιον·</p><p>„ἢ σοὶ, ἢ τῷ ἑλόντι τεὴν θεράπαιναν, ἀνάγκη
δουλεύειν κείνους, ὧν χάριν ἐξερέεις</p><lb n="10"/><p>δίζεο δ’ εὐμενέοντα δικασπόλον, αἶψα δ’ ἀποίσεις
ψῆφον ἀρειοτέρην, εἴγε δίκαια λέγεις.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="92"><p>92. (XI, 379.)</p><p>Οὔ τις ἀλοιητῆρας ἰδεῖν ·τέτληκεν ὀδόντας
ὑμετέρους, ἕνα σοῖς ἐν μεγάροις πελάσῃ·</p><p>εἰ γὰρ ἀεὶ βούβρωστιν ἔχεις Ἐρυσίχθονος αὐτοῦ,
ναὶ τάχα δαρδάψεις καὶ φίλον ὃν καλέεις.</p><p>ἀλλ’ οὐ σεῖο μέλαθρά με δέξεται· οὐ γὰρ ἔγωγε <lb n="5"/>
βήσομαι ὑμετέρῃ γαστρὶ φυλαξόμενος.</p><p>εἰ δέ ποτ’ ἐς τεὸν οἶκον ἐλεύσομαι, οὐ μέγ’ ἄνυσσεν
Λαρτιάδης Σκύλλης χάσμασιν ἀντιάσας·</p><p>ἀλλ’ ἔσομαι πολύτλας τις ἐγὼ πλέον, εἰ σὲ περήσω,
Κύκλωπος κρυεροῦ μηδὲν ἐλαφρότερον.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="93"><p>93. (XI, 382.)</p><p>Κεῖτο μὲν Ἀλκιμένης κεκακωμένος ἐκ πυρετοῖο,
καὶ περὶ λαυκανίην βραγχὰ λαρυγγιόων,</p><p>νυσσόμενός τε τὸ πλευρὸν ἅτε ξιφέεσσιν ἀμυχθὲν,
καὶ θαμὰ δυσκελάδοις ἄσθμασι πνευστιόων·</p><p>ἦλθε δὲ Καλλίγνωτος ὁ Κώϊος, ὁ πλατυλέσχης, <lb n="5"/>
τῆς παιωνιάδος πληθόμενος σοφίης,</p><p>πᾶσαν ἔχων πρόγνωσιν ἐν ἄλγεσιν, οὐ τι περισσὸν
ἄλλο προαγγέλλων, ἢ τὸ γενησόμενον.</p><p>Ἀλκιμένους δ’ ἐδόκευεν ἀνάκλισιν, ἔκ τε προσώπου
φράζετο, καὶ παλάμης ψαῦεν ἐπισταμένως.</p><lb n="10"/><p>καὶ τὸ περὶ κρισίμων φαέων ἐλογίζετο γράμμα,
πάντ’ ἀναπεμπάζων, οὐχ ἑχὰς Ἰπποκράτους.</p><p>καὶ τότε τὴν πρόγνωσιν ἐς Ἀλκιμένην ἀνεφώνει
σεμνοπροσωπήσας καὶ σοβαρευσάμενος.</p><p>„εἴγε φάρυγξ βομβεῦσα, κὼ ἄγρια τύμματα πλευροῦ, <lb n="15"/>
κω πυρετῷ λήξῃ πνεῦμα δασυνόμενον,</p><p>οὐκέτι τεθνήξει πλευρίτιδι, τοῦτο γὰρ ἡμῖν
σύμβολον ἐσσομένης ἐστιν ἀπημοσύνης.</p><pb n="388"/><p>θάρσει· τὸν νομικὸν δὲ κάλει, καὶ χρήματα σαυτοῦ
εὖ διαθεὶς, βιότου λῆγε μεριμνοτόκου,</p><lb n="20"/><p>καί με τὸν ἰητρὸν, προῤῥήσιος εἵνεκεν ἐσθλῆς,
ἐν τριτάτη μοίρη κάλλιπε κληρονόμον.”</p><p>ANTHOLOGIAE PLANUDEAE
EPIGRAMMATA</p><p>QUAE</p><p>IN CODICE PALATINO NON REPERlUNTUR.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="94"><p>94. (36.)</p><p>Εἰς εἰκόνα τινὸς σοφιστοῦ ἐν Περγάμῳ δοθεῖσαν ἐπὶ
πρεσβείᾳ πολιτικὴ.</p><p>Τὰς μὲν ὑπὲρ μύθων τε καὶ εὐτροχάλοιο μελίσσης
εἰκόνας δηρὸν ὀφειλόμενος</p><p>νῦν δ’ ὑπὲρ ἱδρώτων τε καὶ ἀστυόχοιο
τῇδέ σε τῇ γραφίδι στήσαμεν, Ἡράκλαμον.</p><p>εἰ δ’ ὀλίγον τὸ γέρας, μὴ μέμφεο· τοῖσδε γὰρ ἡμεῖς <lb n="5"/>
αἰεὶ τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας ἀμειβόμεθα.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="95"><p>95. (41.)</p><p>Εἰς εἰκόνα ἀνατεθεῖσαν ἐν τοῖς Πλακιδίας ὑπὸ τῶν
τοῦ νέου σκρινίου.</p><p>Θωμᾶν, παμβασιλῆος ἀμεμφέα κηδεμονῆα,
ἄνθεσαν οἱ τὸ νέον τάγμα μετερχόμενοι,</p><p>θεσπεσίης ἄγχιστα συνωρίδος, ὄφρα καὶ αὐτῇ
εἰκόνι χῶρον ἔχη γείτονα κοιρανίης.</p><p>αὐτὸς γὰρ ζαθέοιο θρόνους ὕψωσε μελάθρου, <lb n="5"/>
πλοῦτον ἀεξήσας, ἀλλὰ μευ εὐσεβίης.</p><p>εὔγνωμον τὸ πόνημα. τι γὰρ γραφὶς οἶδεν ὀπάσσαι,
εἰ μὴ τοῖς ἀγαθοῖς μνῆστιν ὀφειλομένην;</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="96"><p>96. (59.)</p><p>Εἰς Βάκχην ἐν Βυζαντίῳ.</p><p>Οὔπω ἐπισταμένην τάχα κίμβαλα χερσὶ
Βάκχην αἰδομένην στήσατο λαοτύπος.</p><p>οὕτω γὰρ προνένευκεν· ἔοικε δὲ τοῦτο βοώσῃ·
„ἔξιτε, καὶ παταγῶ, μηδενὸς ἱσταμένου.”</p><pb n="389"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="97"><p>97. (80.)</p><p>Μαχλὰς ἐγὼ γενόμην Βυζαντίδος ἔνδοθι Ῥώμης,
ὠνητὴν φιλίῳ πᾶσι χαριζομένη·</p><p>εἰμι δὲ Καλλιρόη πολυδαίδαλος, ἣν ὑπ’ ἔρωτος
οἰστρηθεὶς Θωμᾶς τῇδ’ ἔθετο γραφίδι,</p><p>δεικνὺς ὅσσον ἔχει πόθον ἐν φρεσίν ἶσα γὰρ αὐτῷ <lb n="5"/>
κηρῷ τηκομένῳ τήκεταί οἱ κραδίη.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="98"><p>98. (109.)</p><p>εἰς Ἱππόλυτον διαλεγόμενοι τῇ τροφῷ τῆς Φαίδρας.</p><p>Ἱππόλυτος τῆς γρηὸς ἐπ’ οὔατι νηλέα μῦθον
φθέγγεται· ἀλλ’ ἡμεῖς οὐ δυνάμεσθα κλύειν·</p><p>ὅσσον δ’ ἐκ βλεφάροιο μεμηνότος ἐστι νοῆσαι,
ὅττι παρεγγυάᾳ μηκέτ’ ἄθεσμα λέγειν.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="99"><p>99. (244.)</p><p>Εἰς εἰκόνα Σατύρου πρὸς τῇ ἀκοῇ τὸν αὐλὸν ἔχοντος καὶ
ὥσπερ ἀκροωμένου.</p><p>Αὐτομάτως, Σατυρίσκε, δόναξ τεὸς ἦχον ἰάλλει,
ἢ τι παρακλίνας οὖας ἄγεις καλάμῳ;</p><p>ἐς δὲ γελῶν σίγησεν· ἴσως δ’ ἂν φθέγξατο μῦθον, <lb n="5"/>
ἀλλ’ ὑπὸ τερπωλῆς εἴχετο ληθεδόνι.</p><p>οὐ γὰρ κηρὸς ἔρυκεν ἑκὼν δ’ ἠσπάζετο σιγὴν,
θυμὸν ὅλον τρέψας πηκτίδος ἀσχολίῃ.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>