<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:60-79</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:60-79</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="60"><p>60. (IX, 155.)</p><p>Εἰ μὲν ἀπὸ Σπάρτης τις ἔφυς, ξένε, μή με γελάσσῃς·
οὐ γὰρ ἐμοὶ μούνῃ ταῦτα τέλεσσε τύχη.</p><p>εἰ δέ τις ἐξ Ασίης, μὴ πένθεε· Δαρδανικοῖς γὰρ
σκήπτροις Αἰνεαδῶν πᾶσα νένευκε πόλις.</p><lb n="5"/><p>εἰ δὲ θεῶν τεμένη, καὶ τείχεα, καὶ ναετῆρας
ζηλήμων δηίων ἐξεκένωσεν ἄρης,</p><p>εἰμὶ πάλιν βασίλεια· σὺ δ’, ὦ τέκος, ἄτρομε Ῥώμη,
βάλλε γᾶν Ἑλλήνων σῆς ζυγόδεσμα δίκης.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="61"><p>61. (IX, 154.)</p><p>Ἱλήκοις, πολιοῦχε, σὲ μὶν χρυσαυγέι· νηῷ,
ὡς θέμις, ἡ τλήμων Ἴλιος ἠγασάμην.</p><p>ἀλλὰ σύ με προλέλοιπας ἑλώριον· ἀντὶ δὲ μήλου
πᾶσαν ἀπεδρέψω τείχεος ἀγλαίην.</p><p>ἄρκιον ἦν θνήσκειν τὸν βουκόλον· εἰ γὰρ ἄθεσμος
ἔπλετο, τῆς πάτρης οὐκ ἀλίτημα τόδε.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="62"><p>62. ΙΧ, 204.)</p><p>Μή με τὸν Αἰάντειον ἀνοχμάσσειας, ὁδῖτα,
πέτρον, ἀκοντιστὴν στήθεος Ἑκτορέου.</p><p>εἰμὶ μέλας τρηχύς τε· σὺ δ’ εἴρεο θεῖον Ὅμηρον,
πῶς τὸν Πριαμίδην ἐξεκύλισα πέδῳ,</p><p>νῦν δὲ μόλις βαιόν με παροχλίζουσιν ἀρούρης
ἄνθρωποι, γενεῆς αἴσχεα λευγαλέης·</p><p>ἀλλά μέ τις κρύψειεν ὑπὸ χθονός· αἰδέομαι γὰρ
παίγνιον οὐτιδανοῖς ἀνδράσι γιγνόμενος.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="63"><p>63. (IX, 442.)</p><p>Γριπεύς τις μογέεσκεν ἐπ’ ἰχθύσι· τὸν δ’ ἐσιδοῦσα
εὐκτέανος κούρη θυμὸν ἔκαμνε πόθῳ,</p><p>καί μιν θῆγε σύνευνον. ὁ δ’ ἐκ βιότοιο πενιχροῦ
δέξατο παντοίης ὄγκον ἀγηνορίης.</p><p>ἡ δὲ Τύχη γελόωσα παρίστατο, καὶ ποτὶ Κύπριν,
„οὐ τεὸς οὗτος ἀγὼν, ἀλλ’ ἐμός ἐστιν” ἔφη.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="64"><p>64. (IX, 432.)</p><p>Εἰς τὰ λυτὰ Ζήνωνος τοῦ βασιλέως.</p><p>Οὐτιδανοὶ μερόπων, εἰ καὶ μέγα ῥέξαμεν ἔργον,
οὔτινος εἰς μνήμην δηρὸν ἐπερχόμεθα·</p><p>οἱ δ’ ἀγαθοὶ, κἠν μηδὲν, ἀναπνεύσωσι δὲ μοῦνον,
ὡς Λίβυς εἶπεν ἀνὴρ, τοῦτ’ ἀδάμαντι</p><pb n="379"/><p>δήποτε γὰρ Ζήνωνα πολισσοῦχον βασιλῆα <lb n="5"/>
παίγνιον ἀφράστων ἐκτελέοντα κύβων,</p><p>τοίη ποικιλότευκτος ἕλεν θέσις, εὖτ’ ἀπὸ λευκοῦ,
τοῦ καὶ ὀπισθιδίην εἰς ὁδὸν ἐρχομένου.</p><p>ἑπτὰ μὲν ἕντος ἔχεν, μίαν εἴνατος· αὐτὰρ ὁ σουμμος
δισσὰς ἀμφιέπων ἶσος ἔην δεκάτῳ·</p><lb n="10"/><p>ὅς τε πέλει μετὰ σοῦμμον ἔχεν δύο, μουνάδα δ’ ἄλλην
ψῆφον τὴν πυμάτην ἀμφιέπεσκε δίβος·</p><p>ἀλλὰ μέλας δισσὰς μὲν ἐν ὀγδοάτῳ λίπε χώρῳ,
καὶ τόσσας ἑτέρας ἐς θέσιν ἑνδεκάτην.</p><p>ἀμφὶ δυωδέκατον δὲ διέπρεπον εἴκελοι ἄλλαι, <lb n="15"/>
καὶ τρισκαιδεκάτῳ ψῆφος ἔκειτο μία·</p><p>δίζυγες Ἀντίγονον διεκόσμεον· ἀλλὰ καὶ αὐτῶ
ἶσος ἔμιμνε τύπος πεντεπικαιδεκάτῳ,</p><p>ὀκτωκαιδεκάτω πανομοίιος· εἰσέτι δ’ ἄλλας
εἶχεν διχθαδίας τέτρατος ἐκ πυμάτου.</p><lb n="20"/><p>αὐτὰρ ἄναξ λευκοῖο λαχὼν σημήϊα πεσσοῦ,
καὶ τὴν ἐσσομένην οὐ νοέων παγίδα,</p><p>τριχθαδίας ἀδόκητα βαλὼν ψηφῖδας ἀπ’ ἠθμοῦ
πύργου δουρατέου κλίμακι κευθομένῃ,</p><p>δοιὰ καὶ ἲξ καὶ πέντε κατήγαγεν· αὐτίκα δ’ ὀκτὼ <lb n="25"/>
ἄζυγας εἶχεν ὅλας πρόσθε μεριζομένας.</p><p>τάβλην φεύγετε πάντες, ἐπεὶ καὶ κοίρανος αὐτὸς
κείνης τὰς ἀλόγους οὐχ ὑπάλυξε τύχας.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="65"><p>65. (IX, 619)</p><p>Εἰς λουτρὸν έν Βυζαντίῳ ἔχον Ἀφροδίτην λουομένην.</p><p>Νῦν ἔγνων, Κυθέρεια, πόθεν νίκησας ἀγῶνα,
τὴν πρὶν Ἀλεξάνδρου ψῆφον ὑφαρπαμένη.</p><p>ἐνθάδε γὰρ τέγγουσα τεὸν δέμας, εὗρες ἐλέγξαι
Ἥρην Ἰναχίοις χεύμασι λουσαμένην.</p><p>νίκησεν τὸ λοετρόν· ἔοικε δὲ τοῦτο
Παλλάς· ἐνικήθην ὕδασιν, οὐ Παφίῃ.”</p><lb n="5"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="66"><p>66. (IX, 63 1.)</p><p>Εἰς τὰ θερμὰ τὰ Ἀγαμεμνόνια έν Σμύρνη.</p><p>Χῶρος ἐγὼ Δαναοῖς μεμελημένος, ἔνθα μολόντες
τῆς Ποδαλειρείης ἐξελάθοντο τέχνης.</p><p>ἔλκεα γὰρ μετὰ δῆριν ἐμοῖς ἀκέσαντο ῥεέθροις,
βαρβαρικῆς λόγχης ἰὸν ἀπωσάμενοι.</p><pb n="380"/><p>ἔνθεν ἀε·ξήθην ὀροφηφόρος· ἀντὶ δὲ τίμης <lb n="5"/>
τὴν Ἀγαμεμνονέην εὗρον ἐπωνυμίην.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="67"><p>67. (IX, 641.)</p><p>Εἰς γέφυραν τοῦ Σαγγαρίου.</p><p>Καἰ σὺ μεθ᾿ Ἑσπερίην ὑψαύχενα, καὶ
ἔθνεα, καὶ πᾶσαν βαρβαρικὴν ἀγέλην,</p><p>Σαγγάριε, κρατερῇσι ῥοὰς ἀψῖσι πεδηθεὶς,
αὐτὸς ἐδουλώθης κοιρανικῇ παλάμῃ.</p><p>ὁ πρὶν δὲ σκαφέεσσιν ἀνέμβατος, ὁ πρὶν ἀτειρὴς,  <lb n="5"/>
κεῖσαι λαϊνέῃ σφιγκτὸς ἀλυκτοπέδῃ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="68"><p>68. (IX, 642.)</p><p>Εἰς σωτήρια έν Μυρίνῃ ἐκ προαστείῳ.</p><p>Πᾶν τὸ βροτῶν σπατάλημα καὶ ἡ πολύολβος ἐδωδὴ
ἐνθάδε κρινομένη τὴν πρὶν ὄλεσσε χάριν.</p><p>οἱ γὰρ φασιανοί τε καὶ ἰχθύες, αἵ τ’ ὑπὲρ ἴγδιν
τρίψιες, ἥ τε τόση βρωματομιξαπάτη,</p><p>γίγνεται ἐνθάδε κόπρος· ἀποσσεύει δ’ ἄρα γαστὴρ <lb n="5"/>
ὁππόσα πειναλέη δέξατο λαυκανίη.</p><p>ὀψὲ δὲ γιγνώσκει τις, ὅτ’ ἄφρονα μῆτιν ἀείρων
χρυσοῦ τοσσατίου τὴν κόνιν ἐπρίατο.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="69"><p>69. (IX, 643.)</p><p>Εἰς τὸ αὐτό.</p><p>Τι στενάχεις κεφαλὴν κεκακωμένος; ἐς τι δὲ παρὰ
οἰμώζεις, μελέων πάγχυ βαρυνομένων;</p><p>ἐς τι δὲ γαστέρα σεῖο ῥαπίσμασιν ἀμφιπατάσσεις,
ἐκθλίψαι δοκέων μάστακος ἐργασίην;</p><p>μόχθων τοσσατίων οὔ σοι χρέος, εἰ παρὰ δαιτὶ <lb n="5"/>
μὴ τοῦ ἀναγκαίου πουλὺ παρεξετάθης,</p><p>ἀλλ’ ἐπὶ μὲν στιβάδος φρονέεις μέγα, καὶ στόμα τέρπεις
βρώμασιν, εὐτυχίην κεῖνα λογιζόμενος·</p><p>ἐνθάδε δ’ ἀσχάλλεις· μούνη δ’ ἀλιτήματα λαιμοῦ
ἡ γαστὴρ τίνει πολλάκι τυπτομένη.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="70"><p>70. (IX, 644.)</p><p>Εἰς τὸ αὐτο.</p><p>Εὖγε μάκαρ τλήθυμε γεωπόνε· σοὶ βίος αἰεὶ
μίμνειν καὶ σκαπάνης ἄλγεα καὶ πενιης·</p><pb n="381"/><p>λιτὰ δέ σοι κὼ δεῖπνα, καὶ ἐν ξυλόχοισι καθεύδεις,
ὕδατος ἐμπλήσας λαιμὸν ἀμετροπότην.</p><p>ἔμπης ἀρτίπος ἐσσι, κω ἐνθάδε βαιὰ καθεσθεὶς <lb n="5"/>
αὐτίκα γαστέρα σὴν θῆκας ἐλαφροτάτην.</p><p>οὐδὲ καταψήχεις ἱερὴν ῥάχιν, οὐδέ τι μηροὺς
τύπτεις, αὐτομάτως φόρτον ἀπωσάμενος.</p><p>τλήμονες οἱ πλουτοῦντες, ἰδ’ οἱ κείνοισι συνόντες,
οἶς πλέον ἀρτεμίης εὔαδεν εἰλαπίνη.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="71"><p>71. (IX, 653.)</p><p>Εἰς οἶκον κείμενον ἐν ὕψει έν Βυζαντίῳ.</p><p>„Τῆς ἀρετῆς ἱδρῶτα θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν”
ἔννεπεν Ἀσκραῖος, δῶμα τόδε προλέγων,</p><p>κλίμακα γὰρ ταναὴν περόων κεκαφηότι ταρσῷ,
ἱδρῶτι πλαδαρὴν ἀμφεδίηνα κόμην·</p><p>ὑψόθι δ᾿ εἰσενόησα θαλασσαίην περιωπήν.<lb n="5"/>
ναὶ τάχα τῆς Ἀρετῆς πιστότατος θάλαμος.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="72"><p>72. (IX, 662.)</p><p>Χῶρος ἐγὼ τοπρὶν μὲν ἔην στυγερωπὸς ἰδέσθαι,
πηλοδόμοις τοίχοις ἀμφιμεριζόμενος·</p><p>ἐνθάδε δὲ ξείνων τε καὶ ἐνδαπίων καὶ ἀγροίκων
νηδὺς ἐπεγδούπει λύματα χευομένη.</p><p>ἀλλὰ πατήρ με πόληος ἐναλλάξας Ἀγαθίας, <lb n="5"/>
θῆκεν ἀρίζηλον τὸν πρὶν ἀτιμότατον.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="73"><p>73. (IX, 665.)</p><p>Εἶξον ἐμοὶ Δάφνης ἱερὸν κλέτας, ἔκτοθι πόντου
κείμενον, ἀγραύλου κάλλος ἐρημοσύνης.</p><p>ἐνθάδε γὰρ Νύμφαι δενδρίτιδες, αἵ τ’ ἐνὶ πόντῳ
Νηρείδες ξυνὴν θέντο συνηλυσίην.</p><p>ἀμφ’ ἐμὲ γὰρ μάρναντο· δίκασσε δὲ Κυανοχαίτης, <lb n="5"/>
καί με παρ’ ἀμφοτέραις μέσσον ἔθηκεν ὅρον.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="74"><p>74.* ΙΧ, 677.)</p><p>Τεῦξε με πολλὰ καμὼν Μουσώνιος, οἶκον ἀγητὸν
τηλίκον, ἀρκτῴοις ἄσθμασι βαλλόμενον.</p><p>ἔμπης οὐκ ἀπέειπεν ἀφεγγέα δώματα Μοίρης,
ἀλλά με καλλείψας ἐν χθονὶ ναιετάει.</p><p>καὶ ῥ’ ὁ μὲν εἰς ὀλίγην κεῖται κόνιν· ἡ δὲ περισσὴ <lb n="5"/>
τέρψις ἔπι ξείνοις ἀνδράσιν ἐκκέχυμαι.</p><pb n="382"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="75"><p>75.* (IX, 766.)</p><p>Anth. Plan. p. 377. HSt. ἄδηλον</p><p>Εἰς κωνωπεῶνα.</p><p>πλέγμασι μὶν σκοπός ἐστι περισφίγξαι πετεηνῶν
ἔθνεα, καὶ ταχινοὺς ἔνδοθεν ὀρταλίχους·</p><p>αὐτὰρ ἐγὼ σεύειν ἐπιτέρπομαι, οὐδὲ καλύπτω
ἔνδοθεν, ἀλλ’ εἴργω μᾶλλον ἐπειγομένους.</p><p>οὐδέ μέ τις λήσειε, καὶ εἰ βραχὺς ἔπλετο, κώνωψ <lb n="5"/>
ἡμετέρης διαδὺς πλέγμα λινοστασίης.</p><p>Ὀρνεαὶ που σώζω· μερόπεσσι δὲ λέκτρα φυλάσσω.
ἦ ῥά τις ἡμείων ἐστὶ δικαιότερος;</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="76"><p>76.* (IX, 767.)</p><p>Anth. Plan. p. 377. HSt. ἄδηλον; a Brunckio Paulo Silentiario tributum.</p><p>Εἰς τάβλαν.</p><p>Ἑξόμενος μὲν τῇδε παρ’ εὐλάϊγγι τραπέζῃ
παιγνία κινήσεις τερπνὰ βολοκτυπίης.</p><p>μήτε δὲ νικήσας μεγαλίζεο, μήτ’ ἀπολειφθεὶς
ἄχνυσο, τὴν ὀλίγην μεμφόμενος βολίδα.</p><p>καὶ γὰρ ἐπὶ σμικροῖσι νόος διαφαίνεται ἀνδρός· <lb n="5"/>
καὶ κύβος ἀγγέλλει βένθος ἐχεφροσύνης.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="77"><p>77.* (IX, 768.)</p><p>Pauli Silentiarii apud Brunckium.</p><p>Εἰς τὸ αὐτό.</p><p>Παιγνία μὲν τάδε πάντα· Τύχης δ’ ἐτερότροπος ὁρμὴ
ταῖς ἀλόγοις ταύταις ἐμφέρεται βολίσιν.</p><p>καὶ βροτέου βιότου σφαλερὸν μίμημα νοήσεις,
νῦν μὲν ὑπερβάλλων, νῦν δ’ ἀπολειπόμενος.</p><p>αἰνέομεν δὴ κεῖνον, ὃς ἐν χύβῳ τε κύβῳ τε <lb n="5"/>
χάρματι καὶ λύπη μέτρον ἐφηρμόσατο.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="78"><p>78.* (IX, 769.)</p><p>Pauli Silentiarii apud Brunckium.</p><p>Εἰς τὸ αὐτό.</p><p>Τοῖς μὲν πρηυνόοις τάδε παίγνια· τοῖς δ’ ἀκολάστοις
λύσσα καὶ ἀμπλακίη καὶ πόνος αὐτόματος.</p><p>ἀλλὰ σὺ μὴ λέξῃς τι θεημάχον ὕστατος ἕρπων,
μηδ’ ἀναροιβδήσῃς ῥινοβόλῳ πατάγῳ.</p><p>δεῖ γὰρ μήτε πονεῖν ἐν ἀθύρμασι, μήτε τι παίζειν <lb n="5"/>
ἐν σπουδῇ. καιρῷ δ’ ἴσθι νέμειν τὸ πρέπον,</p><pb n="383"/><p>ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΑ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="79"><p>79. (X, ,4.)</p><p>Εὔδια μὲν πόντος πορφύρεται· οὐ γὰρ ἀήτης
κύματα λευκαίνει φρικὶ χαρασσόμενα.</p><p>οὐκέτι δὲ σπιλάδεσσι περικλασθεῖσα θάλασσα
ἔμπαλιν ἀντωπὸς πρὸς βάθος εἰσάγεται.</p><p>οἱ ζέφυροι πνείουσιν· ἐπιτρύζει δὲ χελιδὼν <lb n="5"/>
κάρφεσι κολλητὸν πη·ξαμένη θάλαμον.</p><p>θάρσει ναυτιλίης ἐμπείραμε, κἂν παρὰ Σύρτιν,
κἂν παρὰ Σικελικὴν ποντοπορῇς κροκάλην.</p><p>μοῦνον ἐνορμίταο παραὶ βωμοῖσι Πριήπου
ἢ σκάρον, ἢ βῶκας φλέξον ἐρευθομένους.</p><lb n="10"/></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>