<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:37-45</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2:37-45</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="37"><p>37. (VI, 167)</p><p>Σοὶ, μάκαρ αἰγίκναμε, παράκτιον ἐς περιωπὰν
τὸν τράγον, ὠ δισσᾶς ἁγέτα θηροσύνας —</p><p>σοὶ γὰρ καστορίδων ὑλακὰ καὶ τρίστομος αἰχμὴ
εὔαδε, καὶ ταχινῆς ἔργα λαγωσφαγίης,</p><p>δίκτυά τ’ ἐν ῥοθίοις ἁπλούμενα, καὶ καλαμευτὰς <lb n="5"/>
κάμνων, καὶ μογερῶν πεῖσμα σαγηνοβόλων —</p><p>ἄνθετο δὲ Κλεόνικος, ἐπεὶ καὶ πόντιον ἄγραν
ἄνυε, καὶ πτῶκας πολλάκις ἐξεσόβει.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="38"><p>38. (VI, 172.)</p><p>Sine auctoris nomine in cod. Palatino; Agathiae tributum
in Anth. Planudea.</p><p>Πορφυρὶς ἡ Κνιδίη τὰ στέμματα, καὶ τὸ δίθυρσον
τοῦτο τὸ λογχωτὸν, καὶ τὸ περισφύριον,</p><p>οἷς ἀνέδην βάκχευεν, ὅτ’ ἐς Διόνυσον ἐφοίτα,
κισσωτὴν στέρνοις νεβρίδ’’ ἀναπτομένη,</p><p>ἁβροκόμη Διόνυσε, πρὸ παστάδος ᾐώρησεν <lb n="5"/>
ταῦτα τὰ τοῦ κάλλευς κόσμια καὶ μανίης.</p><pb n="373"/><p>ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="39"><p>39. (VII, 204.)</p><p>Οὐκέτι που τλῆμον, σκοπέλων μετανάστρια πέρδιξι
πλεκτὸς λεπταλέαις οἶκος ἔχει σε λύγοις,</p><p>οὐδ’ ὑπὸ μαρμαρυγῇ θαλερώπιδος Ἠριγενείης
ἄκρα παραιθύσσεις θαλπομένων πτερύγων.</p><p>σὴν κεφαλὴν αἴλουρος ἀπέθρισε· τἄλλα δὲ πάντα <lb n="5"/>
ἥρπασα, καὶ φθονερὴν οὐκ ἐκόρεσσε γένυν.</p><p>νῦν δέ σε μὴ κούφη κρύπτοι κόνις, ἀλλὰ βαρεῖα,
μὴ τὸ τεὸν κείνη λείψανον ἔξερύσῃ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="40"><p>40. (VII, 205.)</p><p>Οἰκογενὴς αἴλουρος ἐμὴν πέρδικα φαγοῦσα
ζώειν ἡμετέροις ἔλπεται ἐν μεγάροις.</p><p>οὐ σὲ, πέρδιξ, πέρδιξ, φθιμένην ἀγέραστον ἐάσω,
ἀλλ’ ἔπι σοι κτενέω τὴν σέθεν ἀντιβίην.</p><p>ψυχὴ γὰρ σέο μᾶλλον ὀρίνεται, εἰσόκε ῥέξω
ὅσσ’ ἐπ’ Ἀχιλλῆος Πύρρος ἔτευξε τάφῳ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="41"><p>41. (VII, 220.)</p><p>Ἕρπων εἰς Ἐφύρην, τάφον ἔδρακον ἀμφὶ κέλευθον
Λαίδος ἀρχαίης, ὡς τὸ χάραγμα λέγει.</p><p>δάκρυ δ’ ἐπισπείσας, „χαίροις γύναι· ἐκ γὰρ ἀκουῆς
οἰκτείρω οἰκτείρω ἔφην „ἡν πάρος οὐκ ἰδόμην.</p><p>ἆ πόσον ἠϊθέων νόον ἤκαχες· ἀλλ’ ἔδε Λήθην <lb n="5"/>
ναίεις, ἀγλαίην έν χθονὶ κατθεμένη.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="42"><p>42. (VII, 551.)</p><p>Λητόϊος καὶ Παῦλος ἀδελφεὼ ἄμφω ἐόντε
ξυνὴν μὲν βιότου συζυγίην ἐχέτην,</p><p>ξυνὰ δὲ καὶ Μοίρης λαχέτην λίνα, καὶ παρὰ θῖνα
βοσπορίην ξυνὴν ἀμφεβάλοντο κόνιν.</p><p>οὐδὲ γὰρ ἀλλήλοιν ζώειν ἀπάνευθε δυνάσθην, <lb n="5"/>
ἀλλὰ συνετρεχέτην καὶ παρὰ Φερσεφόνην.</p><p>χαίρετον, ὦ γλυκερὼ καὶ ὁμόφρονε· σήματι δ’ ὑμέων
ὤφελεν ἱδρύσθαι βωμὸς Ὁμοφροσύνης.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="43"><p>43. (VII, 552.)</p><p>“Ὦ ξένε, τι κλαίεις; β διὰ σὸν μόρον. ἁ οἶσθα τις εἰμι;
β οὐ μὰ τόν· ἀλλ’ ἔμπης οἰκτρὸν ὁρῶ τὸ τέλος.</p><pb n="374"/><p>ἐσσι δέ τίς; α Περίκλεια· β γυνὴ τίνος; α ἀνδρὸς ἀρίστου,
ῥήτορος ἐξ Ἀσίης, οὔνομα Μεμνονίου.</p><p>β πῶς δέ σε βοσπορίη κατέχει κόνις; ἁ εἴρεο Μοῖραν, <lb n="5"/>
ἥ μοι τῆλε πάτρης ξεῖνον ἔδωκε τάφον.</p><p>β Παῖδα λίπες; α τριέτηρον, ὃς ἐν μεγάροισιν ἀλύων
ἐκδέχεται μαζῶν ἡμετέρων σταγόνα.</p><p>β αἴθε καλῶς ζώοι. ἁ ναὶ ναὶ, φίλος, εὔχεο κείνῳ,
ὄφρα μοι ἡβήσας δάκρυ φίλον σταλάοι.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="44"><p>44. (VII, 567.)</p><p>Κανδαύλου τόδε σῆμα· Δίχη δ’ ἐμὸν οἶτον ἰδοῦσα
οὐδὲν ἀλιτραίνειν τὴν παράκοιτιν ἔφη.</p><p>ἤθελε γὰρ δισσοῖσιν ὑπ’ ἀνδράσι μηδὲ φανῆναι,
ἀλλ’ ἢ τὸν πρὶν ἔχειν, ἢ τὸν ἐπιστάμενον.</p><p>ἦν ἄρα Κανδαύλην παθέειν κακόν· οὐ γὰρ ἂν ἔτλη <lb n="5"/>
δεῖξαι τὴν ἰδίην ὄμμασιν ἀλλοτρίοις.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="45"><p>45.* (VII, 568.)</p><p>In Anth. Planudea P. 262. HSt. ἄδηλον.</p><p>Ἑπτά με δὶς λυκάβαντας ἔχουσαν ἀφήρπασε δαίμων,
ἣν μούνην Διδύμῳ πατρὶ Θάλεια τέκεν.</p><p>ἆ Μοῖραι, τι τοσοῦτον ἀπηνέες, οὐδ’ ἐπὶ παστοὺς
ἠγάγετ’, οὐδ’ ἐρατῆς ἔργα τεκνοσπορίης;</p><p>οἱ μὲν γὰρ γονέες με γαμήλιον εἰς Ἱμέναιον <lb n="5"/>
μέλλον ἄγειν· στυγεροῦ δ’ εἰς Ἀχέροντος ἔβην.</p><p>ἀλλὰ θεοὶ λίτομαι, μητρός γε γόους πατέρος
παύσατε, τηκομένων εἵνεκ’ ἐμεῦ φθιμένης.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>