<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg3135.tlg011.1st1K-grc1:1.25-2.1</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg3135.tlg011.1st1K-grc1:1.25-2.1</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg3135.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p> Ὅτι μετὰ τὸν Σαμψὼν οὐκέτι κριταὶ ἦγον
τὸν Ἰσραήλ, ἀλλ’ ὁ ἀρχιερεὺς Ἠλεί. περὶ τῆς Νοεμὶν
καὶ τῆς Ὀρφὰ καὶ τῆς Ῥούθ. ὅπως ἡ Νοεμὶν εὐτυχίαν
δηλοῖ, Μάρα δὲ ὀδύνην. ὅπως ὁ βοὸς τὴν Ῥοὺθ εἰσ-
αγαγὼν εἰς τὴν γερουσίαν καὶ τὸν συγγενῆ ἤρετο εἰ
ταύτην βούλεται ἀγαγεῖν. τοῦ δὲ παραιτησαμένου,
λαμβάνει αὐτήν, καὶ ὅτι κατὰ τὸν νόμον γέγονε τὰ
σημεῖα τῆς παραιτήσεως. ὅτι Ὠβὴδ 1) δουλεύων ἑρμηνεύεται.
περὶ Σαμουήλ. ὅτι ὁ Ἠλεὶ προεῖπε τῇ
Ἄννῃ τὴν τοῦ Σαμουὴλ γέννησιν. ὅτι προσήχθη τῷ
Ἤλει μετὰ τὸ γεννηθῆναι Σαμουὴλ. ὅτι κοιμώμενον
τὸν Σαμουὴλ ἐκάλεσεν ὁ θεός. πρόρρησις διὰ τοῦ
Σαμουὴλ τῶν ἐσομένων τοῖς Ἰσραηλίταις καὶ τοῖς
παισὶ τοῦ Ἠλεὶ συμφορῶν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p> Κίνησις Παλαιστηνῶν 2) κατὰ Ἰσραηλιτῶν
καὶ τῆς κιβωτοῦ ἀποστολὴ εἰς βοήθειαν καὶ Ἑβραίων
ἧττα καὶ φόνος τῶν παίδων Ἠλεὶ καὶ ἅλωσις τῆς
κιβωτοῦ, καὶ θάνατος διὰ τοῦτο τοῦ Ἠλεί, ἐνενή-
κοντα ἐτῶν γενομένου. ὅτι εἰς Ἄξωτον πόλιν οἶ ἀλ-
λόφυλοι τὴν κιβωτὸν ἀπήγαγον, καὶ ἀνέθεντο ἐν
εἰδωλείῳ θεῷ Δαγών, καὶ διαπέπτωκε τὸ εἴδωλον.
<note type="footnote">1) Ὠβὴδ pro Ἰωβὴδ 2) v. annot. p. 269, 4.</note>

<pb n="271"/>
ὅτι δυσεντερία ἐνέσκηψε τῇ πόλει Ἀζωτίων, καὶ
μύες ἐκ τῆς γῆς ἀνεδόθησαν. ὅτι ἀπὸ πόλεως εἰς
πόλιν ἡ κιβωτὸς πεμπομένη παρὰ τῶν παλαιστηνῶν
ἐκάκου αὐτάς. ὅπως ἀπεστάλη ἡ κιβωτὸς ἐπὶ ἀμάξης
ἀναθεμένων τὴν τῆς κιβωτοῦ ἄφιξιν τῇ ὁρμῇ τῶν
βοῶν τῶν ἀλλοφύλων.1) ὅτι βόες ἀπήγαγον μόνοι
εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας τὴν κιβωτόν. ὅτι τοὺς ἀψαμένους
τῆς κιβωτοῦ ἀνιέρους ἐθανάτωσεν ὁ θεός. ὅτι
ὁ Σαμουὴλ ἀντὶ ἐλευθερίας ἐπείσατο. 2) ὅτι οἱ Παλαιστηνοὶ
προσβαλόντες τοῖς Ἑβραίοις ἡττήθησαν,
σεισμοῦ γεγονότος καὶ βροντῶν 3) καὶ ἀστραπῶν,
αἷς ἐξεδειματώθησαν καὶ οὐκέτι προσέβαλον.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p> ὅτι ὁ 4) Σαμουὴλ γεγηρακὼς τοῖς υἱοῖς τὴν
κρίσιν τοῦ λαοῦ ἀνατίθησιν. ὅτι ὁ λαὸς διὰ τὴν
τῶν υἱῶν τοῦ Σαμουὴλ 5) κακίαν βασιλέα ἐζήτησαν,
καὶ ὁ Σαμουὴλ δεδωκέναι ὑπέσχετο, προειπὼν με-
ταμελήσειν αὐτοῖς 6), εἰ λάβοιεν βασιλέα. περὶ
Σαούλ, καὶ ὅπως εἰς βασιλέα ἐχρίσθη, ἀναζητῶν
τοὺς ὄνους τοῦ πατρός. τίνα σημεῖα ἐπὶ τῷ χρίσματι
δέδωκε τῷ Σαοὺλ ὁ Σαμουήλ. ὅτι ὁ κλῆρος
ἐπὶ τόν Σαοὺλ ἔπεσε. καὶ ἀνεζήτησαν αὐτόν, καὶ
εὗρον ἀπόντα. ὅτι ἐζήτησεν ὁ τῶν Ἀμμανιτῶν βασιλεὺς
ἐξελεῖν ἑκάστου δεξιὸν ὀφθαλμὸν τῶν Γαλααδιτῶν,
καὶ οὕτως ἀπαλλαγῆναι αὐτῶν. ὅτι προτὴν
<note type="footnote">1) τὴν τῆς κιβωτοῦ — τῶν βοῶν τῶν ἀλλοφύλων] addit
2) Sic etiam Mon., quum apud Zonaram sit ἔπεισε ταύτης
(praecesserat ἐλευθερίας) ἀντιποιήσασθαι 3) βρόντων καὶ
σεισμοῦ γεγονότων] βροντῶν δὲ καὶ σεισμοῦ γεγονότος καὶ
βροντῶν καὶ ἀστραπῶν, ut scribendum Sit σεισμοῦ γεγονότος
καὶ βροντῶν καὶ ἀστραπῶν 4) ὅτι ὁ pro ὅτι 5) τῶν
υἱῶν τοῦ Σαμουὴλ] τοῦ υἱοῦ τοῦ σαοὺλ 6) μεταμελήσειν
αὐτοῖς] μεταστέλλεται αὐτοὺς (etsi in textu habet μεταμελήσειν
αὐτοῖς) εἰ λάβοιεν βασιλέα, unde addidi εἰ — β.</note>

<pb n="272"/>
εφήτευσε Σαοὺλ1) τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐχθρῶν. ὅπως
κατετροπώσατο Ἀμμανίτας ὁ Σαούλ. ἡ δευτέρα τοῦ
Σαοὺλ ἀναγόρευσις. πότε ἦσαν Ἑβραῖοι ἀριστοκρατούμενοι
καὶ πότε ἄναρχοι καὶ πότε ἐκρίνοντο καὶ
πότε ἐβασιλεύοντο.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p> ὅτι ἐν ἀκμῇ θέρους χειμὼν γέγονεν. ὅτι
καὶ πάλιν οἱ Παλαιστηνοὶ τοὺς Ἑβραίους κατέτρωσαν.
ὅπως ὁ Ἰωνάθαν προσέβαλε τοῖς πολεμίοις καὶ
ἥττησεν αὐτούς. ὅτι ἀρὰν ἔθετο Σαοὺλ τοῦ μὴ
φαγεῖν τινα ἕως νυκτός, ἀλλὰ διώξας ἀκρατῶς τοὺς
ἐχθρούς, καὶ ὅτι μὴ ἀκούσας τῆς ἀρᾶς ἔφαγεν Ἰωνάθαν,
διὰ τοῦτο γέγονεν ἧττα. καὶ ὅτι ἔμελλε
τοῦτον 2) ἀνελεῖν ὁ πατήρ, εἰ μὴ ἥρπασεν αὐτὸν
ὁ λαός.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p> Ὅτι κατὰ κέλευσιν θεοῦ εἶπε Σαμουὴλ τῷ
Σαοὺλ συμβαλεῖν Ἀμαληκίταις καὶ πάντας κτεῖναι.
καὶ ὅτι προσβαλὼν ἐνίκησε, τὸν δὲ βασιλέα αὐτῶν
οὐκ ἀπέκτεινε. καὶ διὰ τοῦτο ἀκούει ἀπὸ Σαμουὴλ
ἀφαιρεθῆναι τὴν βασιλείαν. ὅτι τοῦ Σαμουὴλ ὑπο-
χωροῦντος κατέσχε τὴν διπλοίδα αὐτοῦ Σαούλ,
παρακαλῶν ἱλεώσασθαι τὸν θεόν. καὶ ἐσχίσθη ἡ
διπλοίς, καὶ εἶπε Σαμουὴλ οὕτω διαιρεθῆναι τὴν
βασιλείαν αὐτοῦ. καὶ ὀψὲ παρεκλήθη Σαμουὴλ εἰπὼν
ἱκετεῦσαι τὸν θεόν, εἰ τὸν βασιλέα Ἀμαληκιτῶν
κτείνει Σαούλ. ὅτι ἀπὸ πάντων τῶν ἀδελφῶν
<milestone unit="pagep" n="PII 324"/>ὁ Δαβὶδ ἐχρίσθη εἰς βασιλέα, καὶ ὅτι ἐπῆλθεν ἐπ’
αὐτὸν πνεῦμα προφητείας ὑποχωροῦν ἀπὸ Σαούλ.
ὅτι πνεῦμα πονηρὸν ἔπνιγε τὸν Σαούλ, ὃ κατεπῇδε
Δαβὶδ ψάλλων μετὰ κιννύρας. καὶ ὁπλοφόρος τῷ
<note type="footnote">1) προεφήτευσε σαοὺλ pro Σαοὺλ προεφήτευσε. 2)
ἔμελλε τοῦτον pro τοῦτον ἔμελλεν.</note>

<pb n="273"/>
αοὺλ ἐχρημάτιζεν. περὶ τόν ἐπελθόντων ἀλλοφύλων
τοῖς Ἰσραηλίταις καὶ περὶ Γολιὰθ οἷος ἦν, καὶ
ὅπως ὁ Δαβὶδ αὐτὸν ἐνίκησε, καὶ περὶ τῶν ὅπλων
τοῦ Γολιάθ. ὁ Δαβὶδ θαρρεῖν λέγει ἐπὶ τῷ ἐνισχύσαντι
αὐτὸν κατὰ τῆς ἄρκτου καὶ κατὰ τοῦ λέοντος.
ὅτι ἄοπλος πρόσ’ ἔβαλε Δαβὶδ τῷ Γολιάθ, μόνους
πέντε λίθους φέρων καὶ τὴν σφενδόνην. ὅπως λίθῳ
διὰ σφενδόνης τὸν Γολιὰθ κατέβαλε Δαβίδ, καὶ
ἀνεῖλεν αὐτὸν τῇ οἰκείᾳ ῥομφαίᾳ αὐτοῦ. καὶ οὕτως
ἡττῶνται οἶ ἀλλόφυλοι.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p> ὅτι ἀνέθετο Δαβὶδ τὴν ῥομφαίαν τοῦ Γολιὰθ
τῷ θεῷ. ὅπως φθονῆσαι τὸν Δαβὶδ ἐκινήθη
Σαούλ. ὅπως ἔψαλλε Δαβὶδ ἐπὶ Σαοὺλ δαιμονιξομένῳ,
ὁ δὲ ἐπεχείρησε βάλλειν τῷ δόρατι, καὶ ἠτύχησεν.
ὅτι ἤρα Δαβὶδ ἡ θυγάτηρ Σαούλ, καὶ ὑπέσχετο
τὸν γάμον, εἰ ἑκατὸν ἀκροβυστίας ἐνέγκοι
αὐτῷ Δαβίδ, ὃ καὶ πεποίηκεν ὁ Δαβίδ. ὅπως ἐπεβούλευεν
ἀεὶ Σαοὺλ τῷ Δαβίδ. ὅπως καὶ πάλιν ὁ
Δαβὶδ ἐνίκησε τοὺς πολεμίους. ὅπως πρὸς τὴν
ἀποστολὴν τοῦ Σαοὺλ ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ ἀντεμηχανήσαντο
τὸν Δαβὶδ προπέμψασα καὶ ἧπαρ αἰγὸς
νεοσφαγοῦς ἐν τῇ κλίνῃ κατακρύψασα. ὅπως διαφόρως
προεφήτευον τότε πολλοί. ὅτι εἴρηται τὸ εἰ
καὶ Σαοὺλ ἐν προφήταις.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p> Αἶ’ φυγαὶ τοῦ Δαβίδ. ὅπως τοὺς ἁγίους
ἄρτους ἔφαγε Δαβὶδ καὶ τὴν ῥομφαίαν τού Γολιὰθ
ἔλαβεν. ὅτι μανίαν ὑπεκρίθη Δαβίδ. περὶ Δωὴκ
τοῦ δούλου Σαούλ, καὶ ὅπως κατήγγειλε περὶ τῶν
ἄρτων καὶ τῆς ῥομφαίας, καὶ ὅπως δι’ αὐτοῦ
ἐκτάνθη ὁ ἀρχιερεὺς ἐκεῖνος καὶ τὸ γένος αὐτοῦ.
πάλιν ἐπιβουλὴ κατὰ Δαβίδ. ὅπως διὰ τὴν τῆς γαστρὸς
ἀνάγκην εἰσῆλθε Σαοὺλ εἰς τὸ σπήλαιον,

<pb n="274"/>
ἔνθα ἦν ὁ Δαβίδ, καὶ οὐκ ἀπέκτεινεν αὐτόν, ἀλλ’
ἔλαβε μέρος τῆς διπλοίδος. ὅρκος Δαβὶδ πρὸς Σαοὺλ
ὅτι οὐ κακώσει τὸ γένος αὐτοῦ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p> Περὶ Νάβαλ τοῦ ἀπανθρώπως ἀποκριναμένου
πρὸς τοὺς παρὰ τοῦ Δαβὶδ σταλέντας καὶ περὶ
τῆς 1) γυναικὸς Νάβαλ ὅπως ἐξιλεώσατο τηνικαῦτα
τὸν Δαβίδ. ὅτι τὸ Νάβαλ ἀφροσύνην δηλοῖ. ὅπως
ἐκ λύπης ἀπέθανε Νάβαλ δειματωθείς, καὶ ἔλαβε
Δαβὶδ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ὅπως ἐπεβούλευσεν
αὐτὸν Σαούλ. ὅπως κοιμωμένῳ τῷ Σαοὺλ ἐπέστη
Δαβίδ, καὶ οὐκ ἀνεῖλεν αὐτόν. ὅτι 2) φακὸς ἀγγεῖον
ὑδατηρόν. περὶ τῆς ἐγγαστριμύθου, καὶ ὅπως ἔδοξεν
ἀναχθῆναι Σαμουὴλ ἐκ νεκρῶν καὶ οἷα εἶπεν ὁ
ἀναχθεὶς τῷ Σαούλ. περὶ τῶν μετὰ Δαβὶδ στρατευσαμένων
τετρακοσίων καὶ τῆς νίκης καὶ περὶ
τῶν φυγόντων ἐν δρομάσι καμήλοις καὶ τῶν λοιπῶν
διακοσίων, οὓς ἀφῆκεν εἰς φυλακὴν τῶν σκευῶν ὁ
Δαβίδ, καὶ ὅτι συμμερισταὶ τοῖς τετρακοσίοις γεγόνασιν
οἱ διακόσιοι οἶ τὰ σκεύη φυλάττοντες. θάνατος
τῶν παίδων τοῦ Σαοὺλ καὶ ὅτι ἔσφαξεν ἑαυτὸν
ὁ Σαοὺλ καὶ ὁ ὁπλοφόρος αὐτοῦ. ὅτι μετὰ τὸ ἀποθανεῖν
τὸν Σαοὺλ καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ ἀφῃρέθγσαν
τὰς κεφαλάς, τὰ δὲ σώματα τούτων
ἀνεσταυρώθησαν.</p></div></div><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><p>ὅτι ἐκόλασεν ὁ Δαβὶδ τὸν κατὰ τοῦ 3) Σαοὺλ
ἐπελθόντα καὶ τρώσαντα διὰ τὸ εἶναι χριστὸν κυρίου.
ὅτι ἐν πόλει Χεβρὼν ᾑρέθη βασιλεὺς ὁ Δαβὶδ
παρὰ τῆς Ἰούδα φυλῆς.4) ὅπως ὁ Ἀβεννὴρ διωκόμενος
ἔπληξεν ἐξόπισθεν καιρίως τὸν διώκοντα
<note type="footnote">1) τῆς pro τοῦ 2) ὅτι] addit 3) τοῦ pro τὸν 4) ὅτι
— φυλῆς] addit</note>

<pb n="275"/>
Ἀσαὴλ καὶ ἔκτεινεν. ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐπολέμουν ἀλλήλοις
οἱ τοῦ Σαοὺλ καὶ οἱ τοῦ Δαβίδ, ὑπερίσχυον δὲ
οἶ τοῦ Δαβίδ. ὅτι ὁ Ἀβεννὴρ προσερρύη τῷ Δαβὶδ
καὶ ἔπεισε καὶ τοὺς λοιποὺς προσελθεῖν αὐτῷ. ὅτι
ἀνεῖλεν Ἰὰ τὸν Ἀβεννὴρ ἐν δόλῳ. ἀναίρεσις Ἰεβοσθέ 1),
υἱοῦ Σαούλ, καὶ ὅτι τοὺς ἀνελόντας αὐτὸν
ἀνεῖλε Δαβίδ. πότε παρὰ παντὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἐχρίσθη
εἰς βασιλέα Δαβίδ, καὶ ὅτι τριακονταέτης ἦν,
ὅτε μόνης τῆς τοῦ Ἰούδα φυλῆς ἦρξεν. ὅτι τὴν πόλιν
Ἰεβοῦς πολιορκήσας καὶ ἑλὼν ὁ Δαβὶδ τοὺς ἐκεῖ
κατοικοῦντας ἐδίωξεν, ἐπὶ οἰκείῳ δὲ ὀνόματι ταύτην
ἀνῳκοδόμησε τὴν νῦν Ἱεροσόλυμα
καλουνην.</p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>