<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00550.opp-grc1:13-18</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00550.opp-grc1:13-18</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00550.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>τοῦ δὲ καὶ σφόδρα

ταῦτα πεπεῖσθαι λέγοντος καὶ οὐδένα ἂν αὐτὸν μετα-

πεῖσαι ῥήτορα προσπεσὼν πρὸς τὰ γόνατα λαμβάνειν

<lb n="10"/> ἠξίουν δίκην παρ’ ἐμοῦ τὴν ἐσχάτην. οὗτος, ἔφην,

αὐχήν σοι γυμνός, αὕτη κλείς, τουτὶ στῆθος,

<note type="marginal">RIV 844</note> πάντα | ἕτοιμα δέχεσθαι ξίφος. μὴ μέλλε

χεῖρα ἔχων καὶ νόμον.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>ὁ δὲ τὸ μὲν αὐτὸς

κατεργάσασθαι τὸν υἱὸν ὤκνει, δικαστηρίου δὲ ἐμέμνη-

<lb n="15"/> τὸ καὶ γραφῆς καὶ ἑτέρου νόμου τοῦ τῆς βουλεύσεως.

καὶ ᾤμην γε αὐτὸν ἐνταυθοῖ λήξειν καὶ ὧν εἶπεν ἐπι-

λήσεσθαι, ἀλλ’ οἱ τὸν σπινθῆρα, ὧς ἔοικεν, ἐμβαλόντες

τὸ πρῶτον ἐρρίπιζον τὸν θυμόν. ὁ γὰρ μισθὸς οὐ

<note type="footnote">1 II. μ 162; ο 397; π 125. Philostr. vit. soph. I 21 t. II

p. 32, 32 K 2 Ach. Τ. VIII 1,5 15 Arist. rep. Ath. 57, 3;

59, 3. Harpocr. s. v. βουλεύσεως. Meier-Schoemann-Lipsius, Att.

ProceB p. 384 sq. 17 Chor. p. 209,24; 211,1 ed. Boiss.

18 cf. t. I 143,18</note>

<note type="footnote">1 τὸν μηρὸν scripsi ex AMa cum lacobsio Add Ach Τ 925

Lect App Pors 331 Schul τολμηρὸν MonVaClB Re 2 ἐνεμ-

πίπλα Mon ἀνεπίμπλα Α 5 ταῖν χεροῖν scripsi e VaAMa

ταῖς χεροῖν MonCl ταῖς χερσὶ χερσὶν Re) Β Re 8 ταὐτὰ

VaA sed in hoc ~ supra ν eras | οὐδένα scripsi ex AMaClB

οὐδὲν MonVa Re 15 τοῦ om Α 16 εἷπεν scripsi auctori-

bus lacobsio Schul — ad calumniatores εἶπον rettulit Lect —

ἁ

et Sinteni εἷπον libri Re 17 ἔοικε Β | ἐμβελόντες Mon

ἐμβαλόντος Α 18 τοπρῶτον Β om A | ἐρίπιζον MonVa Re

ἐ(??)ίπιζον Α I μὲν ante γὰρ Α</note>



<pb n="709"/>



μικρὸς ἀνθ’ ἡμῶν τὰ ἡμέτερα ἔχειν. τί δεῖ τὰ πολλὰ

λέγειν; διώκει τὸν παῖδα βουλεύσεως ὁ πατήρ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>οὐ

μὴν ἔγωγε ἀποδρὰς ᾠχόμην καίτοι τῶν οἰκείων παραι-

νούντων ὡς τοῦ χρόνου παύσοντος τὴν ὀργὴν καὶ οὐ

διὰ τέλους τῶν κακουργούντων ἡμῖν τὴν οἰκίαν κλει- <lb n="5"/>

σόντων. ἀλλ’ οὐκ ἔγωγε ἠνεσχόμην αἰσχρῶς σωθῆναι

οὐδὲ ἐλθὼν μετὰ τοιαύτης αἰτίας παρ’ ἑτέροις οἰκεῖν

οὐδὲ παρασχεῖν τοῖς ἅπαν τὸ πρᾶγμα κατεσκευακόσι

λέγειν ἃ μάλιστα ἦν βουλομένοις, ἀλλὰ μένω καὶ δί-

δωμι τῆς ὑποψίας δίκην καὶ φέρω κατ’ ἐμαυτοῦ τὴν <lb n="10"/>

ψῆφον. καὶ τί ἂν δέοι δικαστήριον ἀνοίγειν καὶ ὕδωρ

μετρεῖν ἐμοῦ τὸ ξίφος ἐπισπωμένου καὶ δεομένου τὸν

πατέρα με παρ’ ὑμῶν λαβόντα ἀποκτεῖναι;</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἀλλ’ οὐκ εἰωθότα, φησί, ζητεῖς τὸν κρῖ-

ναι βουλόμενον ἀναγκάζων ἄκριτον τὸν αὑτοῦ <lb n="15"/>

σφάττειν. οὐδὲ γὰρ εἰωθότα, ὦ πολῖται, ἐγκέκλημαι,

οἷον πίνειν τοῦ μετρίου πλέον, διάγειν ἐν κώμοις,

προσκεῖσθαι κύβοις, ἑταίραν λελύσθαι, ταῦτα δὴ τὰ

πολλοὺς τῶν νέων καταδεδουλωμένα. ἀλλ’ ἐκεῖνα δια-

<note type="footnote">1 cf. t. VI 214, 6; 270, 16 18 Dem. Phorm. p. 958, 13;

Olymp. p. 1182, 14. Arist. vesp. 1353</note>

<note type="footnote">1 ὑμέτερα Va 2 τὸν παῖδα om Β 5 διατέλους ΑΒ |

λησόντων MaClB 7 ἐλθεῖν οὐδ᾿ ἐθέλων coni lacobs Schul</note>

<note type="footnote">8 κατεσκευακόσι scripsi ex AMaClB παρεσκευακόσι MonVa

Re 9 βουμένοις Mon sed βουλομένοις in marg Hardt

11 δέη Ma 13 με om Α 14 ζητεῖ Va 15 αὐτοῦ Mon

VaMaClB Re 16 οὐ VaMa sed in hoc οὐδὲ suprascr m 2,

ClB 17 μετρίου scripsi e MaB μέτρου MonVaACl Re |

κώμαις Μοὶ 18 κύμαις Α | ἑταίραν scripsi e Β ἑταίραν Mon

sed ἑταῖρες in marg, VaAMa sed in hoc ἀν’ in αἷς corr m2 ἐταί-

ραις ACl Re ἑταίρας Cobet Coll 303 | λελύσθαι scripsi e VaCl

cum Cobeto λελύσθαι Α κελύσθαι MonMa Re in lac 6 litt

om Β κεκτῆσθαι ἔστι τὸ ὀρθὸν ὧς μοι δοκεῖ in marg Va

Allatius ἑταίραις κολλᾶσθαι lacobs Schul 9 νέων om Α</note>



<pb n="710"/>



φυγὼν ἃ μὴ ῥᾴδιον μόνος ἐγκέκλημαι ταῦτα ἃ μηδεὶς

ἄλλος νέων. τί οὖν θαυμαστὸν εἰ ὑπὸ καινῶν ἐγκλη-

μάτων ἐπὶ καινοὺς προῆγμαι λόγους;</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>χωρὶς δὲ

τούτων οὐκ ἐπιτάττω τῷ πατρὶ τήμερον οὐδὲ ἐφεστη-

<lb n="5"/> κὼς λέγω· τοῦτο μὲν οὐδ’ εἰ βούλει, ποιήσεις,

ἐκεῖνο δέ, κἂν εἰ μὴ βούλοιο, καὶ κρῖναι μὲν

οὐκ ἐπιτρέψω, κτεῖναι δὲ ἐπαναγκάσω, ἀλλ’ ἐφ’

ὑμᾶς ἥκω τὸν δῆμον τὸν φιλάνθρωπον, τὸν κοινὸν

πατέρα τῶν νέων. καὶ τὸ μὲν ἐμόν ἐστιν ἱκετεία, τὸ

<lb n="10"/> δὲ παρ’ ὑμῶν ἐσόμενον πειθώ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>διαφέρει δὲ πολὺ

πεισθέντα δοῦναι χάριν ἢ μὴ βουλόμενον βιασθῆναι.

καὶ τὸ μέν ἐστι δημοκρατίᾳ πρέπον, τὸ δὲ εἰς τυράν-

νους ἔρχεται. οὐδὲ γάρ, εἰ τῶν συγγενῶν τινας τῷ

<note type="marginal">RIV 845</note> πατρὶ προσέπεμπον ὑπὲρ τούτων διαλεξομένους, |

<lb n="15"/> ἀνάγκη τοῦτ’ ἂν ἦν. ὅπου γὰρ ἦν ἅψασθαι γενείου

καὶ γονάτων καὶ δακρύσαι καὶ εἰπεῖν· εἶξον, ἐλέησον,

αὐτὸς ἀπόκτεινον, πρὸς θεῶν, πρὸς ἑστίας, τίς

ἐνταῦθα χώρα τῷ τῆς ἀνάγκης ὀνόματι;</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>