<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00532.opp-grc1:26</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00532.opp-grc1:26</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00532.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>μίαν

οἶδα τῇ γαστρὶ χάριν καί, νὴ τοὺς θεούς, οὐ μικράν.

ἐν τοῖς τῶν καλούντων δείπνοις ἐμφορεῖται πλειόνων

καὶ τήν τε ἡμέραν ἐκείνην οὐκ ἐδεήθη τροφῆς καὶ τῆς

ὑστεραίας μέχρις ἐσπέρας, τὴν δ’ ἐσπέραν ταύτην

<lb n="15"/> ἀλῶν καὶ ἄρτου βραχέος ἐμφαγὼν ἐκαθεύδησα καὶ

οὕτω δύο ἡμερῶν ἐταμιευσάμην μίαν ἑστίασιν φίλου.

πολλάκις δ’ ἄν, ὦ βουλή, καὶ τῶν κρεῶν μοῖραν οὐκ

ὀλίγην λαβὼν καὶ ἄρτων πλειόνων ἔδωκα τῷ παιδὶ

<note type="footnote">5 cf. ad p. 85, 6 6 cf. p. 15, 3</note>

<note type="footnote">1 με om Va μοι lacobs Lect μὲν Sintenis 2 πορθεῖ

scripsi cum lacobsio Schul et Steph. Thes. s. v. p. 1485, 3

ποθεῖ libri Re Ι ὧν scripsi ἢν HVMaClB Re εἰ Va | ὦ post

ἄστει Va et inser B 2 | φεῦ, δασμὸν scripsi ex HMaClB sed in

hoc ὦ supra φεῦ m 2, cum lacobsio Schul φευδασμὸν V δασμὸν

Va φειδασμὸν Re 3 τρυφάς Va Ι οὐ Va 4 ’χεἱρῶν Sintenis

6 τύχω Va 7 δὲ inserui e MaClVaB om HVRe | ἵνα Va

| ἦ Ma 8 δὲ HV Re Ι ἀπῆλθεν Η 10 τὴν Va 12 ἐμφο-

ρεῖται scripsi ex HVClB ἐμφορᾶται MaVa Re 15 βραχέος

reposui e libris βραχέως Re Ι ἐμφαγὼν scripsi e VaB cum la-

cobsio Schul et Sinteni ἐκφαγὼν Ma Re ἐκφυγὼν HVCl

ἐκφαυγὼν Mon 16 μίαν ἑστίασιν scripsi μίαν ἑστίαν Va

ἑστίασιν HVMaClB

Re 18 ἄρτον Β</note>



<pb n="57"/>



καὶ εἷπον μὲν φαγεῖν, ἔνευσα δὲ τηρεῖν Ι κᾆτ’ RIV 834

ἐτρύφων πολλῶν ἑξῆς ἡμερῶν μηδὲν ζημιούμενος.</p><p>27. Καί μοι δοκῶ, νῦν γὰρ ᾐσθόμην, ἐκ τῶν τοι-

ούτων, ὦ βουλευταί, δείπνων διεφθάρθαι τὸν νοῦν

καὶ τρυφᾶν ἐκ τῶν ἀλλοτρίων μαθὼν ἔλαθον εἰς <lb n="5"/>

πάθος ἐμπεσὼν ἐκ κόρου τικτόμενον. ἐκεῖθεν ἡμᾶς,

ἐκεῖθεν ὁ Ἔρως ἐνήδρευσε μαλακωτέραν ποιῶν τὴν

ψυχὴν καὶ συνεθίσας ὄψων πρῶτον ἐρᾶν. οἶδα γοῦν

τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῖς κατ’ ἀγορὰν ὠνίοις ἐπιβαλὼν

καὶ μηκέτ᾿ εὐχερῶς ἀπαγαγών, ἀλλ’ ἔπαθόν τι πρὸς <lb n="10"/>

αὐτὰ πάθος ἀσύνηθες. ἐπῄνεσά τε αὐτὰ καὶ ἡδέως ἂν

ἔφην φαγεῖν καὶ τὸ βαλάντιον λύειν ἕτοιμος ἐγενόμην,

ἐν δὲ τῷ λύειν πολλάκις μὲν ἀνανήψας ἐπέπληξα ἐμαυ-

τῷ τί τοῦτο, εἰπών, ὦ κακόδαιμον; οὐ μενεῖς

ἐπὶ τῆς συνήθους διαίτης; οὐ διαρραγήσῃ πρό- <lb n="15"/>

τερον ἢ ταυτὶ προτιμήσεις τοῦ κερματίου; πολ-

λάκις δὲ καὶ ἡττήθην, ὁμολογῶ.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>