<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00512.opp-grc1:14-17</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00512.opp-grc1:14-17</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00512.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>ηὐχόμην δὲ τὴν

Φαέθοντος διφρείαν ἐπιστῆναί ποτε καὶ τὸν πολὺν

<lb n="10"/> κατακλυσμὸν ἐκεῖνον ὂν οἱ ποιηταὶ θρυλοῦσιν. οὐδὲν

γὰρ ἂν ἦν εὐτυχέστερον ἢ τὸ σύμπαν τῶν ἀνθρώπων

γένος ἀφανισθῆναι πυρὶ καὶ σιδήρῳ καὶ ὕδατι καὶ

τὴν γῆν ὧσπέρ τινος νοσήματος ἀπαλλαγῆναι καθαρ-

θεῖσαν τῷ πυρί.</p><lb n="15"/><p>15. Ταῦτα ἐλογιζόμην, τοῦτον ἔζων τὸν βίον, ἐπὶ

τοσαύτης διῆγον εὐδαιμονίας καὶ τὸ καλὸν πρόσρημα

μισάνθρωπος ὠνομαζόμην, ἀλλ’ οὐ Τίμων ἔτι, τὴν

προσηγορίαν ἀπὸ τοῦ τρόπου μεταλαμβάνων. ἀλλ’ ὁ

φθόνος καθ’ ἡμῶν ἴσχυσε καὶ δαίμων τις πονηρὸς

<lb n="20"/> ἀνέτρεψέ μου τὸν βίον καὶ κρείττων ἐγένετο τῆς ἐμῆς

<note type="footnote">6 Diod. Sic. I 86 et 87 8 Xen. comm. III 10, 1

9 cf. t. II 218, 2 i Luc Tim. ’ξ 4</note>

<note type="footnote">1 μοι post ἐξετείνετό D edd delevi, ἐπὶ inser Ma 3

2 αὐτῶν HVaMaCl 3 ἐμισοῦμεν Mor 4 καθὲν La

5 δὴ om Va 6 ἔχοντα τὸν τύπον scripsi ex HVLaBVaMa

Cl τὸν τύπον ἔχοντα D edd | κατεσκευάζον La sed ἐς in ras

et ὁ ex ὢ corr s | πολὺ Va sed λ in ras m 4 πολλοὶ 7 πλέον

inBerui om libri πρότερον edd 9 διφρείαν Ma sed ’φ’ in ras m 3</note>

<note type="footnote">10 θρυλλοῦσιν VBMaCl edd θρυλλοῦσι Va cf. p. 555,19;

t. II 403, 3; IV 152, 14; 245, 13 11 ἂν om D 13 voce γῆν

des La fol 99 quae sequuntur usque ad p. 547, 13 διαρραγείς

ἀπὸ ἴ’ ἴ’

uno folio amisso perierunt 18 ἐκ H | λαμβάνων Va 19 τις

HVaMaCl</note>



<pb n="543"/>

προθέσεως. καὶ θεῖόν τι φάντασμα καὶ κάλλος οὐρά-

νιον τὴν Ἀλκιβιάδου μορφὴν ὑπελθὸν εἰς ἡμᾶς ἐκώ-

μασε. καὶ τὸ αὐτὸ πέπονθα ταῖς Βάκχαις αἳ τῷ Διο-

νύσῳ πληγεῖσαι οὐ δύνανται μένειν ἐφ’ ἑαυτῶν,

Τίμων εἰς ἄστυ, Τίμων εἰς ἐκκλησίαν | <note type="marginal">RIV 186</note>

πολλῶν ἀκούων, πάντας ὁρῶν, θορύβου καὶ κραυγῆς <lb n="6"/>

ἀνεχόμενος.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>τῆς ἀπιστίας, Ἄπολλον, καὶ τῆς ἐξαί-

φνης μεταβολῆς. ἐσχατιὰ μὲν ἡ φιλτάτη καὶ ἡ συνήθης

ἐρημία καὶ τὸ στερρὸν τοῦ τρόπου καὶ ὁ μισάνθρω-

πος καὶ πάντα ἐκποδών, κινδυνεύω δὲ ἀνθινὰς ἤδη <lb n="10"/>

φορεῖν καὶ στεφανοῦσθαι καὶ κωμάζειν καὶ ταινίαις ἀνα-

δεῖσθαι καὶ πίνειν ἄκρατον καὶ μεθύειν μισάνθρωπος

ὤν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>οὐκ ἦν ἄρα τὸ περὶ Ἡρακλέους λεγόμενον μῦθος

ἄλλως καὶ ποιητῶν τις ἐξουσία, ἀλλὰ κἀκεῖνον βάρβαρός

τις γυνὴ καὶ Λυδὴ τὴν λεοντῆν περιείλετο καὶ δουλεύειν <lb n="15"/>

ἠνάγκασεν ἑαυτῇ τῷ κάλλει δέσμιον ἔχουσα. ἀλλ’ ἐκεῖ-

<note type="footnote">15 cf. t. II 568, 20. Luc. hist. conscr. ’ξ </note>

<note type="footnote">14 Φᾶσί φησὶ Ma) περὶ Ἡρακλέους, ὡς ἄρα τις ἐν βαρβά-

ροις γυνὴ φαρμακὶς Ὀμφάλη τοὔνομα ἐπῳδαῖς τισι τί Ma) καὶ

γοητείαις τοῦτον εἶλε καὶ ὥσπερ ἀνδραπόδῳ τούτῳ ἐχρῆτο κατὰ

τὰ ἐρωτικά Va 3 Ma 2</note>

<note type="footnote">2 ὑπελθὸν Ma sed ὑπελθ in ras m 3 ὑπελθὼν Cl 3 τὸ

αὐτὸ reposui e libris ταὐτὸ edd u signum interrogationis

post ἐκκλησίαν HVBCl edd colon DVaMa delevi 6 κραυ-

γῆς Οἶ’ sed κραυγ in ras m 2 κραυγῶν VaMa sed in hoc ῆς

supra cbv m 3 7 signum interrogationis post ἀνεχόμενος Ma,

comma Va 2 | ὢ τῆς coni Gasda at cf. p. 540, 9 9 voce ἐρημία

des V | τὸ μισάνθρωπον Gasda 10 ἐκποδῶν Η | ἀνθινὰς

scripsi ex Η ἀνθεινὰς B ἀνθίνας BVaMaCl edd ἀνθινὰ

Gasda ἄνθινα Cobet Coll 283 coll Athen. p. 521 Β et Strab.

p. 15 (Misc. crit. 107) 11 ταινίαις reposui ex HDVaMaCl

ταινίας Β edd 14 ἄλλος Οἶ’ | τίς HMaCl 16 ἑαυτῇ Va sed</note>



<pb n="544"/>

νος μὲν σωφρονῶν ἐπὶ τὴν πυρὰν ἐκεῖθεν ὥρμησεν,

ἐγὼ δὲ ἐπὶ τὸ βάραθρον, ὅσον οὐδέπω. οὐ γὰρ ἐλάτ-

των ὁ τοῦ Κλεινίου τῆς Ὀμφάλης εἰς τὸ διαφθείρειν

ἐστίν.</p><lb n="5"/><p>18. Ἕως οὖν ἔτι σωφρονῶ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν

ἄπεστιν Ἀλκιβιάδης τῶν ἐμῶν, ἐπινεύσατε πρὸς τὴν

χάριν. ὡς εἴ γε ὀφθείη μόνον, οὐδ’ ἂν βούλησθε κατα-

κρίνειν, ἀνέξομαι. δύο γὰρ ἔχω ψυχάς, τὴν μὲν τοῦ

τρόπου, τὴν δὲ ὅλην Ἀλκιβιάδου καὶ τοῦ κακοῦ. ὅταν

<lb n="10"/> γὰρ τὸ κάλλος ἐνθυμηθῶ καὶ τὴν ὥραν Ἀλκιβιάδου

καὶ τὸ βλέμμα καὶ τὸ βάδισμα καὶ τοὺς πολλοὺς κό-

λακας καὶ τοὺς ἀντεραστὰς τοὺς ἐμούς, ἐξανδραποδί-

ζομαι καὶ παραδίδωμι δέσμιον ἐμαυτὸν καὶ πάντων

προτιμότατον ἡγοῦμαι τὸ συνεῖναι τῷ μειρακίῳ.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>