<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00510.opp-grc1:23-25</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00510.opp-grc1:23-25</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00510.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>ὑμεῖς οὖν καλῶς στοχαζόμενοι

τῆς γνώμης τῶν γραμμάτων τοῦ μὲν ὡς ἐκβαλεῖτε

πολλάκις ἐμνήσθητε, τὸ δὲ ἔργον οὐχ ὑπεμείνατε, ἀλλ’

ἐν τῷ κεκτῆσθαι ἐπεμελήθητε τῶν τρόπων. Νεοκλῆς

δὲ μόνος τὰ μὲν ἄλλα πάντα ἡγήσατο ἀσθενῆ τοσαῦτα

<lb n="15"/> καὶ τηλικαῦτα καὶ πολλοῖς ἀρέσκοντα, μίαν δὲ νουθε-

σίαν μόνην μηκέτ’ εἶναί μου πατήρ.</p><p>24. Καίτοι τήν γε φύσιν τὴν ἐμὴν αὐτός τε ἐπῄνει

καὶ τὸν διδάσκαλον ἔφη θαυμάζειν ὡς μεγάλα πράγ-

ματα ἀναιρησομένην καί τινα ἔχουσαν ἐν αὑτῇ γεν-

20 ναιότητα. ὅτι δὲ τὴν ὧδε ἔχουσαν οὐκ ἔστιν ἀτρεμεῖν,

ἀλλ’ ἀνάγκη ποιεῖν τὸ τῶν γενναίων πώλων, τοῦτο

<note type="footnote">18 cf. ῥ’. 462, 10 19 Plat. leg. XI p. 921 A et D</note>

<note type="footnote">1 φίλους om I 2 ἕνεκα BI 5 δὲ om C | οὐδενὸς]

οὐδενὸς οὐδὲ CB οὐδενὸς cum ras 4 litt L οὐδενὸς ὄντος I sed

τ’ suprascr m2 i οὐδὲ Lau corr Mor 8 φοβερὸν coni Re |

inserui e CBILau ras 4 litt L om edd i γιγνόμενον L edd

9 διασπασθε Lau 10 ὑμεῖς &lt;μὲν&gt; i οὖν? 11

C 14 πάντα om C | τοσαῦτα I sed ὄντα suprascr m 2

16 ἱκανὴν post μόνην inserendum coni Gasda 17 τε om I

19 ἀναιρησομένην scripsi e CBILau ἀνευρησομένην L edd

αὑτὴ scripsi ex Ι αὐτὴ CBLLau edd 20 τὲ C | τὴν in ras

L 2 21 τοῦτ’ Lau</note>



<pb n="497"/>

οὐκ ἐβουλήθη λογίσασθαι. τί οὖν ἐστι τὸ ἐκείνων;

σκιρτῶσι, πηδῶσι, δυσχεραίνουσι τὴν ζεύγλην, κατα-

ράττουσι τὸν ἡνίοχον, ἐκβαίνουσί τι τῶν τεταγμένων.

ἀλλ’ οὔτ’ ἀθυμεῖ τούτων γιγνομένων ἡνίοχος οὔτ’

ἀχρήστους ἡγεῖται τοὺς ἐγρηγορότας, ἀλλ’ ἔστιν αὐτῷ <lb n="5"/>

ταῦτα σημεῖα τῆς μελλούσης ἀρετῆς καὶ φέρει τὰ

δύσκολα τῶν πώλων ἐπὶ τῇ τῶν δευτέρων ἐλπίδι, τοὺς

δέ γε ὑπτίους καὶ καθεύδοντας | καὶ τὴν κεφαλὴν <note type="marginal">RIV 396</note>

οὐκ αἴροντας οὐδὲ θορυβοῦντας τὸν ἐλαύνοντα οὐ

πρᾴους οὐδὲ σώφρονας, ἀλλὰ νωθεῖς νομίζει.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>εἶτ’ <lb n="10"/>

ἐπὶ μὲν τῶν ἵππων τοῦτο ποιοῦντες εὖ φρονεῖν δόξο-

μεν, τοῖς δὲ υἱέσιν, ἂν ὑπὸ τῆς εὐφυίας ἐκτείνωνται,

τὴν οἰκίαν ἀλλοτρίαν καταστήσομεν; καίτοι μᾶλλον

ἔχει λόγον τοὺς βραδεῖς ἐκβάλλοντας τῶν ὀξέων ἔχε-

σθαι ἤ ἐκείνους ἀγαπῶντας τούτοις ὧς πονηροῖς μάχε- <lb n="15"/>

σθαι. νῦν δὲ Μιλτιάδης μὲν στέργων διατελεῖ Κίμωνα

ὃν ἴστε, καὶ οὐκ ἐποιήσατο τὴν εὐήθειαν τοῦ νεανίσκου

πρὸς ἀποκήρυξιν αἰτίαν, τῶν δὲ ἐμῶν ὁ πατὴρ οὐκ

ἠνέσχετο σκιρτημάτων, μᾶλλον δὲ τὰς ἄλλας νουθεσίας

ἀτιμάσας ἀπεκύρυξε τῆς οἰκίας καὶ λέγει μὴ μισοῦντος <lb n="20"/>

<note type="footnote">2 Eur. Or. 45. Eubul. com. θ’ III 242, 1, 6 M (II 1 p. 190, 75 ἡ

II. i ζ 506; ο 263 sq.</note>

<note type="footnote">1 δὲ ante οὐκ C | ἠβουλήθη C | ’κείνων C 2 τὴν ζεύγλην

scripsi τὸ ζεῦγλον libri sed γρ τὴν ζεύγλην suprascr I 2, ecid

καταράττουσι scripsi ex ILaii καταράττουσι Β καταρράσσουσι

CL edd 4 γινομένων ΒΙ 7 πόνων C 8 γε om I

11 τοῦτο ποιοῦντες in ras L 2 12 κινῶνται C ἀκταίνω

Wyttenb. ep. crit. ad Ruhnk. p, 59 (lul. in Const. ed. Schaefer

p. 274) et lacobs Add 70 ἐξιστῶνται Gasda ἐντείνωνται Ruhn-

ken ep. ad Wyttenb. ed. Mahne p. 11 num ἐκκινῶνται?

13 καίτοι scripsi e BLILau καί τινα C καὶ τί edd καίτοι

τί Gasda 15 ’κείνους C 16 δὴ Gasda | μὲν om Lau

17 ὅνπερ I 20 ἀπέρρηξε CILau num &lt;καὶ ἐξέβαλε&gt; adden-

dum coll i p. 468, 5?</note>



<pb n="498"/>

εἶναι τὸ ἔργον, ἀλλὰ καὶ παιδεύοντος καὶ βουλομένου

με μετὰ τὴν θεραπείαν τῶν τρόπων κομίσασθαι.</p><p>26. Ώς τοίνυν ψεύδεται καὶ μισοῦντος ἦν, οὐ μετα-

βολὴν ζητοῦντος ῥᾴδιον ὑμᾶς διδάξαι. εἰπὲ γάρ μοι·

<lb n="5"/> τὸ τῶν κοινῶν φροντίζειν καὶ τὴν πόλιν εὖ ποιεῖν

ἤδη σωφρονοῦντος ἢ παροινοῦντός ἐστιν; οὐκ ἂν εἷναι

φαίης τά γε τοιαῦτα μεθυόντων. ἐγὼ δὲ τὸ χθὲς τού-

των ἡψάμην τῶν φροντίδων ἢ πάλαι; πῶς οὖν οὐχ

ἄμα τε μετεβεβλήμην καὶ πρὸς τὸν οἶκον ἐκαλούμην;

<lb n="10"/></p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>