<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00501.opp-grc1:168-170</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00501.opp-grc1:168-170</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00501.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="168"><p>μεγάλοι μὲν οὖν

αὐτὸν ἐν Ἅιδου περιμένουσι μισθοὶ βίου σώφρονος <lb n="5"/>

καὶ κοσμίου, λαβέτω δὲ καὶ παρ’ ὑμῶν, ὦ Ἀθηναῖοι,

τοὺς ὀφειλομένους, ὅτι πένης ἄνθρωπος γυναικὶ συνοι-

κῶν, παιδία τρέφων, ἐπὶ μὲν τὸ συλλέγειν ἀργύριον

καὶ δι᾿ ὧν ἂν ὑπῆρχε τρυφᾶν οὐκ ἐτράπετο, διδάξας

δὲ τοὺς ἔνδον ἀνέχεσθαι τῆς τύχης κοινὸς ἐπίτροπος <lb n="10"/>

περιῄει τῶν πολιτῶν ζητῶν καὶ πυνθανόμενος, εἰ· τῳ

παῖς ὑπὸ μέθης ἢ κύβων ἤ τινος ἄλλου διέφθαρται

κακοῦ, καταβοῶν πατέρων ῥᾳθυμούντων, ἐπεγείρων

στρατηγοὺς καθεύδοντας, ἐνάγων εἰς φροντίδας ῥήτο-

ρας, λυπῶν λύπην τὴν λυσιτελοῦσαν. ἐώρα γὰρ καὶ <lb n="15"/>

τοὺς ἰατροὺς ταύτην ἰόντας.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="169"><p>τούτων ἦν μιμητὴς

περὶ τὸ βέλτιον μέρος. οἱ μὲν γὰρ τοῖς σώμασι βοη-

θοῦσιν, ὁ δὲ τὴν ψυχὴν ἐπηνώρθου. τοῖς μὲν οὖν τὸ

φαυλότερον ἰωμένοις ἔχετε χάριν, καὶ καλῶς ποιεῖτε,

τὸν δ’ ὑπὲρ τοῦ τιμιωτέρου πεπονηκότα ἀποκτενεῖτε; <lb n="20"/>

καὶ τοῦτο λήψεται μισθόν, ὅτι πάντας Ἀθηναίους

ἐβούλετο καλοὺς κἀγαθοὺς εἶναι; καὶ | ὁ μὲν <note type="marginal">R III 61</note>

<note type="footnote">15 Plat. Prot. p. 340 E 22 Plat. apol. p. 30 A sq.</note>

<note type="footnote">2 τὴν τοῦ σωκράτους Ma | ὀμωμόκατε MaB 4 οὖν om

Mor 5 μισθοὶ περιμένουσι UVaB 6 δὴ Β | ὑμῶν Β sed ων

in ras m 2 ἡμῶν Mor | θεοί Ath 8 τῶ Ma 11 ἐπῄει Ath

| τις Mor 12 ἢ] καὶ AthUVaB 14 στρατοὺς Mor στρα-

τούς, στρατηγοὺς καθεύδοντας ἐνάγων εἰς φροντίδας, ῥήτορας

λυπῶν coni Re, cui oblocutus est Iacobs Lect 203 15 τὴν

λύπην τὴν Rog | τινα? 17 βέλτιστον VaB 18 οἱ et ἐπην-

ώρθουν Ma 20 τιμιωτάτου Mor | ἀποκτενεῖτε scripsi auc-

tore Cobeto Mnem. III 156 cum Rog ἀποκτείνετε libri Mor Re</note>



<pb n="112"/>

πολλῶν υἱέσιν ἀμείνων ἐγένετο τῶν πατέρων, ὑμεῖς

δὲ τοὺς τούτου παῖδας εἰς ὀρφανίαν ἐμβαλεῖτε, μᾶλλον

δὲ εἰς ἀτιμίαν; ποῦ γὰρ ἔτι φανοῦνται; ποῦ φθέγξον-

ται; ποῦ παρρησιάσονται τῆς τοῦ πατρὸς συμφορᾶς

<lb n="5"/> οὐκ ἐώσης;</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="170"><p>κλαύσατε, παιδία δυστυχῆ. κλαῦσον,

Ξανθίππη ταλαίπωρε. Σωκράτης μὲν οὐδέποτε τοῦτο

ποιήσει, θαρρεῖ γὰρ τὴν τελευτὴν καὶ τὴν ἀποδημίαν

οὐ δέδοικεν. πολὺ γὰρ τῶν ἐνταῦθα τόπων ἡδίων, ὧς

λόγος, ὁ τοῖς δικαίοις ἡτοιμασμένος. οὔκουν αἰσχρὰν

<lb n="10"/> ζητήσει σωτηρίαν οὐδὲ τὴν μελετηθεῖσαν ἀνδρίαν ἐν

τῷ δικαστηρίῳ καταλύσει νομίζων ἀμφοτέροις αἰσχρὰν

εἶναι τὴν ἱκετείαν, καὶ αὑτῷ καὶ τῇ πόλει, τῷ τὸν δο-

κοῦντα σοφὸν ὧσπέρ τινα βάρβαρον φρίττειν τὸν

θάνατον. ἀλλ’ ὑμεῖς δεήθητε τῶν δικαστῶν, ἀντιβο-

<lb n="15"/> λήσατε, δακρύσατε.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>