<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00463.opp-grc1:35-37</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00463.opp-grc1:35-37</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00463.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>ἀλλ’ οἴεταί τις Ὀλύμ-

πιον τὸν πολλοῖς εὐδαιμονίας αἴτιον οὐκ οὖσιν ἐν

τῷ γένει μισῆσαί ποτ’ ἂν ἑκόντα τὸν ἀδελφόν; οὐκ <lb n="10"/>

ἔστιν. ἀλλ’ ὁ μὲν ἐβούλετο κἀνταῦθα εἶναι χρηστός,

ὁ δὲ αὐτὸν ἀνῆπτε. τετελευτηκότος τοίνυν ἐν τῷ

ταῦτα ἁμαρτάνειν Μικκάλου μεταστήσειν μὲν ἅπας

ᾤετο τὴν ἔχθραν Ὀλύμπιον ἐπὶ τὸν παῖδα τὸν ἐκείνου,

γίνεται δὲ ὁ βέλτιστος κρείττων τῆς προσδοκίας ἀμεί- <lb n="15"/>

νῶν αὐτοῦ τοῦ γεγεννηκότος φανείς.</p><p>36. Εἰσὶ τοίνυν οἳ προσιόντες ἐμοὶ σχῆμα προσ-

θέντες αὑτοῖς τῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀχθομένων τοιαῦτα εἰῶ

θασι λέγειν ὑποκινοῦντες ἄμα τὴν κεφαλήν, ὡς ἄν τινες

οὐ φέροντες ὅ τι ἄν τις εἰς ἐμὲ πλημμελῇ. λέγουσι <lb n="20"/>

τοίνυν· οὐ γὰρ καὶ τὰ πρὸς σέ συνέχεε δίκαια

περιθεὶς μὲν φθόνου καὶ πραγμάτων γέμουσαν

προσηγορίαν, δοὺς δὲ ὧν ἄν τις καὶ καταγελά-

σειε δέον ἑτέρους μὲν ποιῆσαι τὰ χαλεπώτερα,

σοὶ δ’ εἰ καὶ μηδὲν ἄλλο, τήν γε ἀπὸ τῆς δευ- <lb n="25"/>

<note type="footnote">22 Thuc. IV 87, 4 | Lib. t. Ι 201, 1; ep. 971</note>

<note type="footnote">2 ῥήμασι scripsi ῥήμασιν Β Sieb 4 num Γίγαντας post

τούς inserendum coll. t. Ι 129, 4? 5 αὐτῶν scripsi τῶν Β

Sieb 19 τινες inserui e Β om Sieb ὅ τι scripsi ότι

Β Sieb | εἰς inserui e Β om Sieb 23 ὧν scripsi auctore

Sieversio p. 282, 1 ᾧ B Sieb</note>



<pb n="402"/>

<note type="marginal">Sieb. 88</note> τέρας | τάξεως εἰρήνην παρασχεῖν;</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>ἐμοὶ

δὲ ἅ τε παρὰ ζῶντος ὑπῆρξεν Ὀλυμπίου μέγιστα κέ-

κριται πάντων τῶν παρ’ ὧντινων γεγενημένων τά

τε ἤδη μεθεστηκότος δεδομένα τὰ μικρὰ δὴ κατά τὸν

<lb n="5"/> ὑμέτερον λόγον μείζω χιλίων ἀγρῶν, καὶ τό γε οὐδὲν

οὐκ ἂν ἤνεγκε λύπην ἐν πολλῷ μείζονι τῆς φιλίας αὐ-

τοῦ τὴν βάσανον λαβούσης, οἷον δ’] ἂν ἣν, εἰ καὶ

μέρος τοῦτ’ ἐπεποιήκει τῶν διαθηκῶν τὴν τοῦ μηδὲν

εἰς ἐμὰς πέμψαι χεῖρας αἰτίαν λέγων, ὅτι τῷ φιλτάτῳ

<lb n="10"/> ἔστι πεπεῖσθαι ἐμέ μηδέν αὐτὸν ζητεῖν.</p><p>38. Ἀλλ’ ὅμως οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος ἤλ-

πισάν τινες ἔχθραν ἐμποιήσειν πρὸς τὸν οἰχόμενον

καὶ ἔπειθε ταῦτα αὐτοὺς περὶ ἐκείνου λέγειν. ἀλλ’

ἐμοὶ καὶ πρὸς ἀπελθόντας ἔστι φιλία καὶ τῷ τῆς ὁμι-

<lb n="15"/> λίας ἀποστεροῦντι θανάτῳ τὸ καὶ τοῦ φιλεῖν οὐ δί-

δωμι μείζονι τούτῳ χαριζόμενος τῶν τὰ ἄνθη φερόντων

ἐπὶ τοὺς τάφους, ἃ καὶ μισῶν ἄν τις ἐνέγκαι φόβῳ

τοῦ νόμου. τἀμὰ δὲ ἴστε καὶ ὧς ἐνοικεῖ μου τῇ

ψυχῇ τῶν φίλων ἕκαστος τῶν ὑπὸ γῆς. ἴσασι δὲ

<lb n="20"/> τοῦτο μᾶλλον αἰ νύκτες. τῆς γὰρ ἡμέρας ἐν τοῖς πρὸς

τοὺς ζῶντας λόγοις ἀναλωμένης ἐκεῖναι τὰς πρὸς ἐκεί-

νους ἔχουσι συνουσίας καὶ ἀκούω μέν οὐδέν, λέγω δέ.

</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>