<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00463.opp-grc1:1-2</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00463.opp-grc1:1-2</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00463.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><pb n="387"/><head>LXIII.</head><head>ΥΠΕΡ ΟΛΥΜΠΙΟΥ.</head><p>οὐκ ἂν ἔτι α δυναίμην ἐνεγκεῖν τούς οὐ δυ- Sieb. <lb n="75"/>

ναμένους τουτουσὶ παύσασθαι τῶν κατ’ Ὀλυμπίου

βλασφημιῶν, ἃς κατὰ τοῦ τεθνεῶτος, ἐπειδήπερ οὐ

ζῇ, καταφρονοῦντες πεποίηνται. δεῖ γὰρ αὐτούς μα- <lb n="5"/>

θεῖν, ὧς οὐ παντάπασι τέθνηκε ζώντων αὐτοῦ τῶν

φίλων.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>ὧν ἐμὲ πρῶτον ἔδει φανῆναι χαλεπῶς ἐνη-

νοχότα τὸν μᾶλλον ἑτέρων ἀπολελαυκότα τῆς ἀνδρίας

ἐκείνου. δεινὸν γάρ, εἰ ὁ μὲν οὐδένα πόνον μέλλοντα

βελτίω τἀμὰ ποιήσειν ἔφυγεν, ἐγὼ δὲ μὴ λόγῳ τὴν <lb n="10"/>

χάριν ἀποδοίην. ὂν εἰ μὲν | οἱ λοιδοροῦντες οὐκ Sieb. <lb n="76"/>

ᾤοντο ἔσεσθαι, γνώτωσαν οὐκ ὀρθῶς ὑπειληφότες· εἰ

δὲ τὰ δίκαιά με ποιοῦντα γράψειν αἰσχρόν, χείρω με

τῆς τῶν ἐχθρῶν ἐλπίδος ἐπιδειχθῆναι.</p><p>3. Πόλεμον μὲν οὖν οἶδα κινήσων ἐπ᾿ ἐμαυτόν, <lb n="15"/>

οἱ γὰρ ἔλεγχον τῆς αὑτῶν ἀδικίας ἕξοντες οὐκ ἔσθ᾿

ὅ τι καθ’ ἡμῶν οὐ βουλεύσουσι, κἂν δύνωνται καὶ

ποιήσουσιν· ἐμοὶ δὲ οὐ καλὸν μᾶλλον δείσαι τὰς τού-

<note type="footnote">Β = Codex Barberinus II 41</note>

<note type="footnote">Am = Ambrosianus Β 69</note>

<note type="footnote">1 Ὑπὲρ Ὀλυμπίου om Am | λή post ὀλυμπίου Β 10 ποιή-

σειν τἀμά Am | μηδὲ? 16 αὐτῶν scripsi αὐτῶν Β Am Sieb

17 ὁ τι scripsi ὅτι BAm Sieb | βουλεύσουσι scripsi e B sed ω in

ου corr, Am βουλεύσωσι Sieb 18 ποιήσουσιν scripsi ex Am

ποιήσουσι B Sieb</note>



<pb n="388"/>

τῶν ἐπιβουλάς ἢ τὸ προδοῦναι τὰ πρὸς τὸν ἑταῖρον

δίκαια. καὶ γὰρ εἰ μέν ζῶν ταῦτ’ ἔπασχεν ἔχων

αὑτῷ βοηθεῖν, οὐδ’ οὕτω μὲν ἂν ἐπῃνούμην σιωπῶν,

ἐλάττων δ’ ἂν ἦν ἡ μέμψις· κειμένου δὲ εἰ φαινοίμην

<lb n="5"/> ἀμελῶν ὃ μόνον τοῖς οἰχομένοις ἐστὶν ἡ παρὰ τῶν

ζώντων πρὸς τοὺς κατηγοροῦντας &lt;βοήθεια&gt;, a

ἂν προφάσεως ἐπιεικοῦς εὐπορήσαιμι σχεδὸν ἐν ἴσῳ

τοῖς κακῶς λέγουσι καθιστάμενος τῷ σιγῇ τὰ παρ’

ἐκείνων φέρειν.</p><lb n="10"/><p>4. Ἤλπιζον μὲν οὖν πολλά τε καὶ καλὰ περὶ ἐκεί-

νου τοὺς τὴν πόλιν οἰκοῦντας ἅπαντας ἐρεῖν τά τε

πρὸ τῆς νόσου ταύτης ἐκλογιζόμενος καὶ ὡς ἐν αὐτῇ

πολλάκις καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ᾔεσαν ἐπισκεψόμενοι

<note type="marginal">Sieb. 77</note> νικᾶν ἀλλήλους τούτῳ πειρώμενοι, | καὶ ἴσως

<lb n="15"/> ἄξιον προσθεῖναι τὰς νύκτας ταῖς ἡμέραις. καὶ γὰρ ἐν

νυκτὶ παρεῖχον τῇ κλίμακι πράγματα, ἀνέβησαν, κατέ-

βησαν, πάλιν τοῦτο, πάλιν ἐκεῖνο, καὶ τῶν ἰατρῶν

οὐκ ἐώντων οὐ κατέκειτο εἰσιέναι πρός γε ταῖς θύραις

ἐκάθηντο καὶ ταῖς θεραπαίναις συνῆσαν.</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>