<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00427.opp-grc1:1-4</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00427.opp-grc1:1-4</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00427.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><pb n="23"/><head>ΚΑΤΑ ΙΚΑΡΙΟΥ Α.</head><p>ἐπαινῶν ἠξιωκὼς ἃ τῆς βελτίονος ἦν μοί- <note type="marginal">R II 110</note>
ῥᾶς τῶν Ἰκαρίῳ πεπραγμένων, οἶμαι προσήκειν μηδὲ
τὰ χείρω σιγῆσαι. τὸ γὰρ δίκαιον οὕτως ἂν κὰτ
ἄμφω σώζοιτο τῶν μὲν εὐλογίας, τῶν δὲ κατηγορίας <lb n="5"/>
τετυχηκότων, καὶ ἅμα δειχθείην ἂν ἐκ τούτων ἥκιστα
κολακεύων, εἴπερ καὶ ἐν οἷς ἡμάρτηκεν εἰρήσεται. ὃ
τῶν ἄλλων ὅσοι συγγεγράφασιν οὐκ οἶδα ἔγωγέ τινα
πεποιηκότα, ἀλλ’ ὃν ὡς χρηστὸν ἐπῄνεσαν, μένουσιν
ἐπαινοῦντες, κἂν τοὐναντίον ποιεῖν παραινῇ τὰ πράγ- <lb n="10"/>
μάτα, καθάπερ τῶν ἐκείνοις ἔξω τοῦ προσήκοντος
γεγενημένων αὐτοὶ δώσοντες λόγον.</p><note type="footnote">C = codex Chisianus</note><note type="footnote">A = Monacensis gr. 483 (Augustanus)</note><note type="footnote">Ρ = Palatinus gr. 282</note><note type="footnote">I = Marcianus append. XCI 2</note><note type="footnote">Μο = Monacensis gr. 101</note><note type="footnote">Β = Barberinus II 41</note><note type="footnote">Va = Vaticanus gr. 81</note><note type="footnote">V = Vindobonensis phil. gr. XCIII</note><note type="footnote">1 τοῦ αὐτοῦ ante κατὰ V | ᾱ ος add Ρ2 πρῶτος BVa
om CAMo V | λόγος ἐννακαιδέκατος post ἰκαρίου V rubr, in
marg κθ΄ C, λόγος κζ΄ Ι3, μγ Β rubr 3 μὴ δὲ
6 φαίνοιτο Patm sed γρ σώζοιτο in marg m2 6 δειχθείη Μο
Mor sed in hoc in marg γρ δειχθείην 8 ἄλλων ex ὅλων corr
Mo2 10 κἀν I sed in κἂν corr m3, Β | τοὐναντίον Μο
του ναντίον Ι cum ras 2 litt post u, supra quod pos m3 | παρ-
αινεῖ I sed ει in η corr m3, Μο</note><pb n="24"/><p>2. Ὡς μὲν οὖν ἢ ἔλαβεν ἢ ἐμέλλησε κατὰ τῶν
μων Ἰκάριος, οὐδ’ οἱ πάνυ μισοῦντες αὐτὸν εἴποιεν
ἄν, οὐδ’ ὡς κάλλει γυναικῶν ἐδούλευσεν οὐδ’ ὡς εἰς
<lb n="4"/> ὕπνον μακρὸν τὰς νύκτας ἀνάλωσε, νόσημα δὲ ἕτερον
<note type="marginal">R II 111</note> αὐτοῦ κατειλήφει τὴν ψυχήν, | ὑποψία πρὸς τὰ
πολλὰ τῶν καλῶς λεγομένων καὶ τὸ μήτ’ αὐτὸν εὑρί-
σκειν τὸ δέον τῶν τε συμβουλῶν ἀποκρούεσθαι τὰς
ἀρίστας διὰ τὸ νομίζειν τὸν σύμβουλον τῶν αὑτῷ τι
συμφερόντων διοικούμενον ἃ λέγοι λέγειν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>καὶ
<lb n="10"/> ταῦτα αὐτὸς πρὸς αὐτὸν ἔφην πολλάκις ἐπιτιμῶν, ὁ
δ’ ἐμειδίασέ τε καὶ οὐκ ἠρνήσατο ὡς ἄν τι χρηστὸν
ποιῶν. διὰ τοῦτο ὕδατι πολλῷ γεφύρας τινὸς πλεῖστα
ἀγούσης εἰς τὴν πόλιν διακοπείσης καὶ τῶν περὶ τὴν
τροφὴν ἡμῶν χεῖρον ἐχόντων ἔφασκον μὲν ἐγὼ τῆς
<lb n="15"/> Λητοΐου ψυχῆς δεῖσθαι τοῦτο τὸ πάθος πολλὰ
αῦτα κατὰ τάχος ἐπηνωρθωκότος, ὁ δ’ ὕβρισέ μοι σιωπῇ
τὴν συμβουλὴν οἰηθεὶς εἶναί μοι τὴν σπουδὴν οὐ τὴν
πόλιν εὖ παθεῖν, ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον. εἰσῄει Θαλλὸς
ὁ ἰατρὸς ὡς αὐτὸν τοῖς ἀπὸ τῆς τέχνης τὰ ἀπὸ τῆς
<lb n="20"/> γνώμης προστιθείς. ἔκλεισεν αὐτῷ τὰς θύρας ἐλέγξας
<note type="footnote">4 cf. p. 18, 6 18 ep. 191</note>
<note type="footnote">1 τὸν νόμον V sed τῶν νόμων suprascr m2, Μο Mor qui
τοῦ νόμου coni 3 ἐδούλευεν ΡΜο edd | εἰς inser Ρ2 ἐς Β
om I 4 άνήλωσεν Μο sed η in α corr et ν del 5 κατει-
ληφὸς V 7 „malim συμβούλων et τοὺς ἀρίστους propter se-
quentia“ Re 8 σύμβολον Μο | αὐτῶ IVa 10 voce
des fol. 131 A quae sequuntur usque πε]ποίηκας p. 28, 6 uno
folio amisso perierunt | ὅ IBV ὃ Μο 11 δὲ Re | ὡσάν Β</note>
<note type="footnote">12 διατοῦτο BV 14 τρυφὴν Mor | „malim ἡμῖν“ Re
15 δεῖσθαι ψυχῆς Μο edd | τοῦτο om I 16 κατατάχος ΒV
| ὅ ΙΒV ὃ Μο Mor | μου post ἐπηνωρθωκότος excidisse coni
Mor | δὲ Re | μοι Ρ sed οι in ras m2 18 θάλλης V
19 εἰς Β | αὐτῷ Mor, γρ αὐτὸς in marg</note>

<pb n="25"/>
μὲν ἐπ’ οὐδενί, πείσας δὲ αὑτὸν προδίδοσθαι.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>περὶ
τῶν ἱπποκόμων οἷς περὶ τοὺς ἁμιλλητηρίους ἵππους
ὁ πόνος, διελέχθην ἀληθῆ λέγων, ὡς ὠμὰς κλοπὰς τὰς
παρ’ ἑτέρων τὰς | νῦν κωλύοιεν πρότερον ταῖς <note type="marginal">R II 112</note>
φιλανθρώποις ταῖς ἑαυτῶν. ὧν γὰρ ὑφέλοιντο, τού- <lb n="5"/>
τοῖς ἀπεδίδοσαν μικρόν τι παρ’ ἑκόντων λαβόντες ὅσον
αὐτοῖς εἰς ἄριστον ἀρκέσαι, κλέπτης δὲ ἕτερος οὐκ ἦν
φόβῳ τῷ παρὰ τούτων. ἀλλὰ νῦν, ἔφην, οἱ μὲν
πέπαυνται, καὶ τὸν πεπαυκότα εἶπον καὶ ὅπως καὶ
διότι, μεστὰ δὲ πάντα κακούργων οὐδὲν ἐπι- <lb n="10"/>
σταμένων μέτριον ἐπιτιθεμένων ἡλικίᾳ τῇ
μάλιστα παρακρουσθῆναι ῥᾴστῃ. τὰ δὲ
δία τὸ δέος τὸ τῶν οἰκιῶν ἐπὶ τὸν ποταμὸν
ἄγει, ὁ δὲ ἀποπνίξας ἐπὶ τὴν θάλασσαν.
</p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>