<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1:9.11-10a.5</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1:9.11-10a.5</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg027:9"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="11"><p>Ἐνεπάγησαν ἔθνη ἐν διαφθορᾷ ᾗ ἐποίησαν.
Ἐν παγίδι ταύτῃ ᾗ ἔκρυψαν συνελήφθη ὁ ποῦς
κὐτῶν./ Γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιῶν, κ. τ. ἑ.
Ἐνεπάγησαν ἔθνη (75), δηλαδὴ ὡς ἐν πηλῷ, τῷ σώματι,
διʼ ἣν ἐποίησαν διαφθοράν· καὶ συνελήφθη ὁ
ποῦς αὐτῶν, ὁ νοητὸς δηλονότι. Καὶ γινώσκεται Κύρος,
ἐπεὶ, ὅταν αὐτοῖς τὸ κρῖμα γενηθήσεται, γνώσονται
τὸν κρίνοντα ἐν δικαιοσύνῃ.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="12"><p>Ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην,
κ. τ. ἑ. Ὥτπερ ὁ παράδεισος (76) τῶν δικαίων ἐστὶν
οἰκητήριον, οὕτως ᾅδης τῶν ἁμαρτωλῶν κολαστήριον.
Ἀποκλεισθήτωσαν, φησὶν, ὅπως μὴ ἴδωσιν Ἰησοῦ
ψυχὴν καταβαίνουσαν καὶ ἀναβαίνουσαν, ἔνδον ἀπεστραμμένοι.
Οἱ γὰρ προσδοκήσαντες αὐτὴν ὡσπερεὶ
ἔξω ἔβλεπον καθειργμένοι ἐν ᾅδου, πρῶτον
<note type="footnote">4 Mauh. XI, 5.</note>
<note type="footnote">(71) Οἱ ἐκζητοῦντες, etc. Corderius.</note>
<note type="footnote">(72) Ἐκεῖνος ψάλλει, etc. Schedæ Grabii, partimque
Corderius et Barbarus.</note>
<note type="footnote">(73) Ποῖα ἐπιτηδεύματα, etc. Schedæ Grabii.</note>

<pb n="1192"/>
μὲν οἱ προφῆται, ἔπειτα οἱ λοιποὶ πάντες δίκαιοι·
ἢ πρῶτον μὲν οἱ ἐν ἡμῖν ἁμαρτωλοὶ, εἶτα τυ
ἔθνη.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="13"><p>Ἧ ὑπομονὴ τῶν πενήτων οὐκ ἀπολεῖταε εἰς
τὸν αἰῶνα, κ. τ. ἑ. Ὥσπερ τὸ πνεῦμα (77) οὐ σβέννυται,
οὔτως ἡ ὑπομονὴ οὐκ ἀπόλλυται. Ὁ γὰρ
« Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστι· » καί· « Ἡ ὑπομονή μου
Κύριος.» Οὕτω καὶ ἐν Γαλάταις μορφοῦται Χριστὸς
ἄμορφος ὤν. Ἐνταῦθα λέγεται καὶ κοιμᾶσθαι· Ἐξεγέρθητι,
ἴνα τί ὑπνοῖς; »</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="14"><p>Ἀνάστηθι, Κύριε, μὴ κραταιούσθω ἄνθρωπος,
κ. τ. ἑ. Τῷ οὖν λέγοντι (78), Κραταίωμά μου, ἐρεῖς σὺ,
ὅτι ὁ Θεός ἐστιν ἤδη ὁ κραταιούμενος ἅγιον, τῶν ἀνθρωπίνων
αὐτοῦ λογισμῶν καὶ κινημάτων ἀναιρεθέντων.</p></div></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10a" corresp="urn:cts:ancJewLit:hebBible.psalms.leningrad-cons:10"><head>ΨΑΛΜΟΣ Ι´.</head><div type="textpart" subtype="paragraph" n="1"><p>(Κατὰ Ἑβρ.)</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="2"><p>Ἴνα τί, Κύριε, ἀφέστηκας μακρόθεν, κ. τ. ἑ.
Ἀποκρίνεται ἄν τις (79) πρὸς τὸν ἐπαπορἡσαντα τὸ.
« Ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται·
« Θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι,, καὶ οὐ Θεὸς πόῤῥνθεν,
» λέγει Κύριος ἐν τοῖς προφήταις. Μὴ βοηθῶν
τοῖς ἀδικουμένοις, δοκεῖς μὴ παρεῖναι τοῖς γινομέQuæ
νοις, δοκεῖς ἀλλὰ πόῤῥωθεν ἑστάναι καὶ μηδὲ ὁρᾷν·
ὅπερ τοῖς μὲν πονηροῖς αὔξει τὴν πονηρίαν, τὸν δὲ
σὸν πένητα ἐμπυρίζει καὶ ἀθυμίαις ἐμβάλλει.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="3"><p>Ὅτι ἐπαινεῖται ὁ ἁμαρτωλὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις
τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, κ. τ. ἑ. Πολλάκις ἁμαρτάνοντές
τινες (80) εὐθηνοῦσιν ἐν τῷ κόσμῳ. Τοῦτο γὰρ ἔφη
καὶ ὁ Ἀπόστολος· « Πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόητες
προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι.
» Καὶ ἐν ἑτέρῳ ψαλμῷ ᾄδεται· « Οὗτοι ἁμαρτωλοὶ
καὶ εὐθηνοῦντες εἰς τὸν αἰῶνα κατέσχον πλούτους.
» Ἐπαινοῦνται οὖν ὑπό τε ἑαυτῶν ἁμαρτωλοὶ
καὶ ἄδικοι καὶ παρὰ τῶν κολάκων καὶ παρασίτων
αὐτῶν, καὶ εὐλογούμενοι πλέον κινοῦνται εἰς
ἁμαρτίαν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="4"><p>Κατὰ τὸ πλῆθος τῆς ὀργῆς αὐτοῦ οὐκ ἐκζητήσει,
κ. τ. ἑ. Τίς; πότερον ὁ Κύριος (81), ἢ ἁμαρτωλός;
καὶ μήποτε ὁ ἁμαρτωλός. Οὐ γὰρ ἐκζητεῖ πέει
ὀργῆς τοῦ Θεοῦ, οὐδʼ ὅτι πλῆθος ἁμαρτιῶν ἔχει. Διὸ
καὶ κατὰ πλῆθος ἁμαρτάνει.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="5"><p>Βεβηλοῦνται αἱ ὀδοὶ αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ,
κ. τ. ἑ. Ὁ μὲν δίκαιος (82) εὐλογεῖ τὸν Κύριον ἐν
παντὶ καιρῷ· ὁ δὲ ἁμαρτωλὸς βεβηλοῖ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ
ἐν παντὶ καιρῷ. « Βεβηλοῦνται δὲ, » ἀντὶ τοῦ,Τῆ
κακίᾳ βυθίζονται.</p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>