<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1:65.1-65.20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1:65.1-65.20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="65" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg027:65"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="1"><p>Ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ, κ. τ. ἑ. Ἀλλὰ καὶ (47) τῆς
μετὰ μετάνοιαν ἀναστάσεως πᾶσι προκειμένης πάντες
ἀλαλαζέτωσαν· πρὸς ἕκαστον γὰρ λέγεται· « Μήτι
ὁ πεσὼν οὐκ ἀνίσταται; » Καὶ πρὸς ἅπασαν τὴν
ἀπὸ τῶν ἐθνῶν Ἐκκλησίαν ὁ Κύριος λέγει· « Ἀνάστα,
ἐλθὲ ἡ πλησίον μου. » Ὁ γὰρ ἀναστὰς διὰ μετανοίας
οὐκ ἔστι πόῤῥω Χριστοῦ. Γενομένης δὲ τῆς ἐν
ἀλαλαγμῷ κατὰ τῶν ἡττωμένων φωνῆς, οἱ ἐλευθερωθἐντες
προστάττονται τῷ τῆς νίκης αἰτίῳ ψάλαι Θεῷ.
Δόξαν δὲ δίδωσιν αἰνέσει αὐτοῦ ὁ ἔχων τῇ αἰνέσει
πρᾶξιν κατάλληλον· « Τοῖς γὰρ εὐθέσι πρέπει αἴνεσις·
» διὸ κωλύεται ὁ φαῦλος τοῦτο ποιεῖν· « οὐκ ὄντος
ὡραίου αἴνου ἐν στόματι ἁμαρτωλοῦ. »</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="2"><p>Εἴπατε τῷ Θεῷ· Ὡςφοβερὰ, κ. τ. ἑ. Ὁ ἰδὼν (48)
διαφορὰν τοῦ ἀναγγείλαντος τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ πρὸς
τὸ, « Καὶ τὰ ποιήματα αὐτοῦ συνῆκαν· » εἰρημένον
ἐν ἑξηκοστῷ τρίτῳ ψαλμῷ· καὶ πῶς εἴρηται ἐν ἑκατοστῷ
ἕκτῳ· « Οἱ καταβαίνοντες εἰς θάλασσαν ἐν
πλοίοις, ποιοῦντες ἐργασίαν ἐν ὕδασι πολλοῖς, αὐτοὶ
εἶδον τὰ ἔργα Κυρίου, καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ
βυθῷ· » ὄψεται πῶς δεῖ λέγειν τῷ Θεῷ· « Ὡς φοβερὰ
τὰ ἔργα σου· » οὐχὶ δὲ, « Φοβερὰ τὰ ποιήματά σου. »
Καὶ γὰρ τὰ ἔργα Κυρίου εἵδοσαν οἱ καταβαίνοντες
εἰς θάλασσαν ἐν πλοίοις, ἐπιτήδειοι κατὰ τοῦτο ὄντες
ἰδεῖν τὰ φοβερὰ ἔργα Κυρίου· τὰ γὰρ ἀνάλογα τοῖς
ποιήμασι Κυρίου θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ βυθῷ οὐκ
ἔστι φοβερά.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="3"><p>Πᾶσα ἡ γῆ προσκυνησάτωσαν, κ. τ. ἑ. Καὶ
παρὰ τῷ Ἀποστόλῳ (49) πρῶτον « προσεύξομαι, »
δεύτερον « ψαλῶ. » Ἐπιστήσεις δὲ, εἰ ἕτερόν ἐστι τὸ,
« Ψαλάτωσάν σοι, » καὶ ἕτερον τὸ, « Ψαλάτωσαν τῷ
ὀνόματί σου· » ὁ δὲ Σύμμαχος ἐξέδωκε· « Πάντες ἐπὶ
<note type="footnote">88 Lsa. LXI. 1-3. 89 Psal. XL, 9. 90 Cant. 11, 10.
94 ibnd. c, 23, 24. 95 I Co. Xιν. 1.</note>
<note type="footnote">(44) Ἐν Ἡσαῦᾳ, etc. Catena Corderii.</note>
<note type="footnote">(45) Ἐπιφαrείenς, etc. Eadem.</note>
<note type="footnote">(46) Ἐπὶ ιἴ βέίτιων, uic. Eadem.</note>

<pb n="1500"/>
γῆς προσκυνήσουσί σοι, μελῳδοῦντες ᾅσουσι τῷ σνοματί
σου. » Ὑμνήσατε, φησὶν, ὡς Ὑψηλοῦ μνημονεύοντες.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="4"><p>Τοῦ αὐτοῦ.« Εὐθυμεῖ τις (50) ἐν ὑμῖν, ψαλλέτω, »
φησὶν ὁ Ἀπόστολος.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="5"><p>Δεῦτε, καὶ ἵδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, κ. τ. ἑ. Βλέπει
τὰ ἔργα (51) τοῦ Θεοῦ ὁ συνιεὶς πῶς καλά ἐστε·
καὶ ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸ λέγον πνεῦμα, « Δεῦτε, » συνίησιν.
Ὅσα δὲ ἂυ βουλευσάμενος ἄνθρωπος λέγῃ τὰ
περὶ τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, τούτων πολλῷ μείζονὰ
ἐσπι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὥστε φοβηθῆναι ἂν ἐκπλαγέντα
τὸν ἰδόντα πῶς φοβερός ἐστιν ἐν βουλαῖς ὁ Θτὸς
ὑπὲρ τοὺς υἶοὺς τῶν ἀνθρώπων.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="6"><p>Ὁ μεταστρέφων τὴν θάλασσαν, κ. τ. ἑ. Πρῶτον
διὰ (52) Μωϋσέως θάλασσα ξηραίνεται· εἶτα διὰ Ἰησοῦ
ἐν ποταμῷ διελεύσονται ποδί.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="7"><p>Τοῦ αὐτοῦ. Οὐκ εἶπε (53) « μεταστρέψας, » ἀλλὰ
« μεταστῤέφων· » κατὰ μὲν γὰρ τὴν ἐσπορίαν ἐπὶ τὰν
Ἰουδαίαν ἅπαξ ἐγένετο· κατὰ δὲ διάνοιαν ἀεὶ τοῦτο
συμβαίνει, ψυχὰς τεταραγμένας ὑπὸ τῶν ἁλμυρῶν
τοῦ βίου κυμάτων καὶ περιφερομένας παντὶ ἀνέμῳ,
τῇ διδασκαλίᾳ ἐπʼ ἀρετὴν καὶ γνῶσιν μεταφέροντος
Θεοῦ. Ὁ Σύμμαχος οὕτως· « Μετέβαλε τὴν θάλασσαν
εἰς ξηρὰν, ποταμὸν διέβησαν ποδί. »</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="8"><p>Ἐκεῖ εὐφρανθησόμεθα ἐν αὐτῷ, κ. τ. ἑ.« Ἐκεῖ,
δηλονότι (54) ἐν ποταμῷ, ἔνθα εὐφρανθησόμεθα ἐπὶ
τῷ Κυρίῳ, διελθόντες τῷ ποδὶ ἐν ποταμῷ· ὅτε γεγένηται
ταῦτα, ὧν τύπος ἦν τὸ ἐν τῷ Ἰησοῦ θαῦμα, ὅτε
ἔστη τὰ ὕδατα καταβαίνοντα ἄνωθεν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="9"><p>Οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὰ ἔθνη, κ. τ. ἑ. Οἱ
ὀφθαλμοὶ (55) αὐτοῦ τῷ παραπτώματι τοῦ Ἰσραὴλ ἐπὶ
τὰ ἔθνη ἐπιβλέπουσιν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="10"><p>Οἱ πικραίνοντες μὴ ὑψούσθωσαν, κ. τ. ἑ. Οἱ
παραπικραίνοντες (56) οἱ ἐξ Ἰσραήλ εἰπιν· οὗτοι οὖν
μὴ ὑψούσθωσαν ἑαυτοῖς, γινώσκοντες, ὅτι οἱ ὀφθαλμοὶ
τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τὰ ἔθνη ἐπιβλέπουσι.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="11"><p>Τοῦ αὐτοῦ. Παραπικραίνοντές (57) εἰσιν οἱ δεδωκότες
εἰς τὸ βρῶμα αὐτοῦ χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν
ποτίσαντες ὄξος. Τούτους ὁ μὲν Θεοδοτίων « ἐκκλίναντας
» εἶπεν, « ἀφισταμένους » δὲ ὁ Ἀκύλας· σαφέστερον
δὲ ὁ Σύμμαχος εἴρηκεν· « Οἱ ἀπειθεῖς μὴ
ὑψούτωσαν ἑαυτούς. » Μὴ τοίνυν μέγα φρονείτω ὁ
ὑπέροπτος λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ, μηδὲ κατὰ τῆς τῶν
ἐθνῶν πληθύος ὑψηλὴν ἐπαιρέτω τὴν ὀφρὺν, μηδὲ
λεγέτω καθ ἑαυτόν· Ἐγὼ πρωτότοκός εἰμι ἐν τέκνοι;
Θεοῦ.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="12"><p>Τοῦ θομένου τὴν ψυχήν μου εἰς ζωὴν, κ. τ. ἑ.
Τοῦ θεμένου εἰς ζωὴν (58) τὸν εἰπόντα· « Ἐγώ εἰμι
ἡ ζωή. Εἰς σάλον ἐδόθησαν οἱ πόδες Κάῖν, ὅτε.
ἐξελθὼν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ῷκησεν ἐν γῇ
Ναὴδ, » ὅ ἐστι σάλος· ἄλλʼ οὐχ οἱ Μωὐσέως, ᾦ εἴρηται·
« Σὺ δὲ στῆθι μετ᾿ ἐμοῦ· » σὖ αἱ κνῆμαι στῦλοι
<note type="footnote">(56) Οἱ παραπικραίνοντες. ete. Eadem.</note>
<note type="footnote">(57) Παραπικραίνοντές εἰσιν, etc. Schedæ Grabii.</note>
<note type="footnote">(58) Ποῦ θεμένου εἰς ζωήν, etc. Catena Carderii.</note>

<pb n="1501"/>
ἦσαν μαρμάρινοι, τεθεμελιωμένοι ἐπὶ βάσεις χρυσᾶς,
ὡς ἐν τῷ ᾌσματι τῶν ᾀσμάτων εἴρτ ται.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="13"><p>Ὅτι ἐδοκίμασας ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, κ. τ. ἑ. Σαφῶς
τοῦτο (59) ὅψει ἀπὸ τοῦ Ἰεζεκιὴλ, ἔνθα γέγραπται·
Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς μὲ λέγων· Υἱὲ
Ἀνθρώπου, ἰδοὺ γεγόνασί μοι οἷκος Ἰσραὴλ, ἀναμεμειγμένοι
πάντες χαλκῷ, καὶ κασσιτέρῳ, καὶ μολίβδῳ,
καὶ σιδήρῳ, ἐν μέσῳ καμίνου ἀργυρίου ἀναμεμιγμένος
ἐστί. »</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="14"><p>Εἰσήγαγες ἡμᾶς εἰς τὴν παγίδα, κ. τ. ἑ. Διὰ
γὰρ πολλῶν θλέψεων (60) εἰσελθεῖν δεῖ εἰς τὴν βασιλείαν
τῶν οὐρανῶν. Ἀλλʼ εἰ καὶ ἐπεβίβασας ἀνθρώπους
ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν, ἀλλʼ οὖν θαῤῥοῦμεν διὰ
ὑπομονῆς μετεωρίσαι αὐτὰς, κατασπωμένων ἀπʼ
αὐτῶν τῶν ἐπικειμένων πολεμίων ἀνθρώπων.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="15"><p>Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου, κ. τ. ἑ. Ἅ ηὐξἀμην
(61), φησὶ, θλιβόμενος ἀποδώσω σοι. Ηὐξάμηνμ
δὲ ὡς, τῆς θλίψεως τῆς παρούσης ῥυσθεὶς, διαπαντὸς
ἀναπέμψω σοι τὰς αἰνέσεις· ἤτοι τὰς κατὰ νόμον θυσίας
πρὸ τῆς τοῦ Σωτῆρος ἐπιδημίας· ἢ τὰς πνευματικὰς.
εἰσερχόμενος εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν,
ἐν ὁλοκαυτώμασι, τελείας τε καὶ ὁλοκλήρους
ἀρετὰς ἐξ ὅλων ἱερου ργῶν, καὶ τὰς καταλλήλους αὐτοῖς
ἐκτιννύων εὐχάς.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="16"><p>Ὁλοκαυτώματα μεμυαλωμένα, κ. τ. ἑ. Εἰ εὐχὴ
(62), « τὸ ὁλοκαύτωμά σου πιανάτω· » ἀκολούθως
αὐτῇ ἐροῦμεν τὸ, « ὁλοκαυτώματα μεμυαλωμένα· »
ὃ τυγχάνει, ὅτε μὴ ἄλλου τυγχάνει, ἀλλὰ τῷ Θεῷ
ἀναφέρεται καθʼ ὄν τρόπον δεῖ τὸ θυμίαμα ἐνώπιον
αὐτοῦ. Καὶ μετὰ κριῶν δὲ ἡ προσευχὴ γίνεται ἤτοι ἡ
προσφορά. Εἰσὶ δὲ κριοὶ κινήσεις καὶ ὀρμαὶ, ἀπὸ τοῦ
θυμικοῦ τῆς ψυχῆς τὴν ἀρχὴν ἔχουσαι. Μετὰ δὲ τῶν
εἰρημένων καὶ βόας, φησὶ, μετὰ χιμάρων ἀνοίσιο· ἱερουργοῦντος
τάχα γοῦν τοῦ προσάγοντος θυσίαν ζῶσαν
τῷ Θοῷ τὸ ἴδιον σῶμα. Ἀναλογεῖ γὰρ τῷ σώματι
γεωπόνον ὑπάρχον τὸ ζῶον, ἔχον τὴν πλάσιν ἐκ γῆς.
Χίμαροι δὲ μετανοίας ἔργα· περὶ γὰρ ἁμαρτίας
προσεφέροντο.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="17"><p>Τοῦ αὐτοῦ. Πᾶς ὁ ἔχων (63) τὸ ἡγεμονικὸν καθαρὸν,
καὶ προσευχόμενος τῷ Θεῷ, οὗτος θυμίαμα μετὰ
κριῶν προσφέρει Θεῷ.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="18"><p>Δεῦτε, ἀκούσατε, καὶ διηγήσομαι, κ. τ. ἑ. Οὐκ
ἀρχαίων (64) διηγημάτων ποιεῖται μνήμην, ἀλλʼ οὐδὲ
τίνα τρόπον ἐξ Αἰγύπτου λελύτρωται κατὰ καιροὺς
ὁ Ἰσραήλ. Διδάσκει δὲ οὐ κατὰ, φησὶ, τὸ γράμμα τὸ
νομικὸν, ἀλλʼ ὡς Νέας Διαθήκης κήρυξ, τὰ νέα τοῦ
Σωτῆρος ἡμῶν θαυμάζει κατορθώματα, ὅσα ταῖς
ἀπάντων ἡμῶν ἐχαρίσατο ψυχαῖς.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="19"><p>Τοῦ αὐτοῦ. Μόνοι οἱ (65) φοβούμενοι τὸν Θεὸν
ἀκούειν δύνανται διηγημάτων πνευματιῶν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="20"><p>Ἀδικίαν εἰ ἐθεώρουν ἐν καρδίᾳ μου, κ. τ. ἑ. Τὸ
μὴ θεωρεῖν (66) ἀδικίαν ἐν τῇ καρδίᾳ σύμφωνον τῷ,
<note type="footnote">99 Cant. V, 13. 1 Ezech. XX I, 18.</note>
<note type="footnote">(59) Σαφῶς τοῦτο, etc. Calena Corderii.</note>
<note type="footnote">(60) Διὰ γὰρ πολλῶν θλίψεων, etc. Eadcm,</note>
<note type="footnote">(61) Ἅ ηὐξάμην, ete. Eadem.</note>
<note type="footnote">(62) Εἰ εὐνή, e. c. Eadem.</note>

<pb n="1504"/>

« Οὐδὲν ἐμαυτῷ σύνοιδα, ἀλλʼ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι,
» καθὰ Παῦλος ὁ μέγας φησί· τῷ δύνασθαι τὸν
Θεὸν ὁρᾷν ἅπερ ἡμεῖς οὐχ ὁρῶμεν. Ὅμοιον καὶ τὸ,
« Παραπτώματα τίς συνήσει; ἀπὸ τῶν κρυφίων μου
καθάρισόν με. »</p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>