<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1:35.3-36.4</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1:35.3-36.4</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg058.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="35" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg027:35"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="3"><p>Τὰ ῥήματα τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀνομία καὶ δόλος,
κ. τ. ἑ. Ἔτερός φησι (21)· « Τὰ ῥήματα τοῦ
στόματος αὐτοῦ ἀνομία καὶ κόπος, » τουτέστιν ἐπαχθῆ,
ὡς κόπον ἐμποιεῖν τοῖς προσέχουσιν. « Οὐκ
ἠβουλήθη συνιέναι » Δῆλον ἐκ τῶν εἰρημένων, ὡς ὁ
παράνομος οὐκ ἐκ κατασκευῆς ἐστι τοιοῦτος· τὸ γὰρ
μὴ βούλεσθαι σύνεσιν ἔχειν ἐπὶ τῷ ἀγαθὰ ποιεῖν αὐτεξουσίου.
Ἔτι δὲ πρὸς τούτοις « ἀνομίαν διελογίσατο,
» καὶ τὰ ἐξῆς. Τοιοῦτόν ἐστι τό· « Οὐαὶ οἱ ἐργαζόμενοι
κακὰ ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτῶν, καὶ ἅμα τῇ
<note type="footnote">18 Gen. III, 5. 19 2. Cor. 7. 20 Mich II, 1.</note>
<note type="footnote">(13) Ἑλεῖν οὐ δυνηθέντες, etc. Catena Corderii,</note>
<note type="footnote">(14) Τῷ δικαίῳ, etc. Codex Coislinianus.</note>
<note type="footnote">(15) Ἔσεσθε γάρ, etc. Partim ex eodem codice,
Bartim e schedis. Grabii.</note>
<note type="footnote">(16) Καὶ ὁ Παῦλός φησι, etc. Ex eodem codice, et
hedis Grabii.</note>
<note type="footnote">(17) Οἱ μὲν εἰς Χρστόν, etc Ex codem codice.</note>

<pb n="1316"/>
ἡμέρᾳ συνετέλουν ταὐτά. » Οὕτως ὁ ἀνομίαν λαγισαμενος
ἐπὶ τῆς κοίτης τυγχάνων παρίσταται πάπ
ὀδῷ οὐκ ἀγαθῇ, τουτέστι πάσῃ πράξει πονηρᾷ, οὐ
προσοχθίζων τῇ κακίᾳ αὐτοῦ· ἀποδεχόμενος αὐτὴν
οὗσαν χειρίστην ἔξιν, πρακτικῶς ἄρχεται ὁδεάειν πᾶσαν
οὐκ ἀγαθὴν ὁδόν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="4"><p>Κύριε, ἐν τῷ οὐρανῷ τὸ ἔλεός σου, καὶ ἡ ἀἰήθειά
σου ἕως τῶν νεφελῶν, κ. τ. ἑ. Ἐντεῦθέν
τινες (22) ἀπατηθέντες τὰ ὑπὸ τὴν σελήνην ἀπρονόητα
ἀπεφήναντο εἶναι ὧν ἐατι καὶ ὁ.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="5"><p>Μεθυσθήσοντα ἀπὸ πιόεητος οἵκου σου, κ. τ. ἑ.
Ἀγαθὴ αὕτη μέθη (23), « καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον
ὡσεὶ κράτιστονῖ! » Ἐπείπερ δὲ χειμῶνες οἱ
πειρασμοὶ, εἴη ἂν καὶ χείμαῤῥος τρυφῆς Θεοῦ ὁ διὰ
τὴν ἐν πειρασμοῖς καρτερίαν μισθὸς,ποεαμηἐἰν
ῥέων τοῖς ὑπερνικῶσιν ἐν αὐτοῖς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="6"><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ὁ ταύτην τὴν μέθην (24) μὴ ἐκτήφων
οὐ δικαίως ποιεῖ· διὸ. ἐπὶ τῆς ψεκτῆς μέθης εἴρηται·
« Ἐκνήψατε δικαέως, καὶ μὴ ἁ
Ὅτι παρὰ σοὶ. πηγὴ ζωῆς, κ. τι. ἑ. Εἱ ἡ πηγή
ἐστιν ἡ ζωὴ, ἡ ζωὴ δέ ἐστιν ὁ Χριστὸς, ἡ πηγή ἐστιν
ὁ Χριστός. « Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς. » Ἐν
τῇ θεωρίᾳ τῶν γεγονότων ὀψόμεθα τὸν Χριστὸν, ἢ
ἐν τῇ γνώσει τῇ τοῦ Χριστοῦ ὀψόμεθα τὸν Θεόν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="7"><p>Μὴ ἐλθέτω μοι ποῦς ὑπερηφανίας, κ. τ. ἑ. Εἰ ἡ
ὑπερηφανία ἕξις ἐστὶ χειρίστη, στῶς ἔχει· πόδας; ??
τάχα περὶ τοῦ ζώου λέγει τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν ὑπερη??
φανίαν.</p></div></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg027:36"><head>ΨΑΛΜΟΣ Λ??΄.</head><div type="textpart" subtype="paragraph" n="1"><p>Μὴ παραζήλου ἐν πονηρενομένοις, κ. τ. ἑ.
Ἐνταῦθα ζῆλον (25) τὴν μίμησιν λέγει.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="2"><p>Ἀποκάλυψον πρός Κύριον τὴν ὁδόν σαυ, κ.
τ. ἑ. Πᾶς ὁ φαῦλα (26) πράσσων μισεῖ τὸ φῶς, καὶ
οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, » οὐκ ἀποκαλύπτει τὴν
ὁδὸν αὐτοῦ πρὸς Κύριον. Πρῶτον « ἔλπισον ἐπὶ Κύριον,
καὶ ποίει χρηστότητα, » καὶ τὰ ἐξῆς· ἅπερ
ποιήσας, πάλιν « ἔλπισον ἐπʼ αὐτὸν, καὶ αὐτὸς ποςήσει.
» Ὁ δὲ τὴν ἐν κρυπτῷ δικαιεοσύνην βλέτων
βλέπειν ἐν τῷ κρυπτῷ, ἐξοίσει αὐτὴν, Θεὸς, διὰ τὸ
ὅτε φανερώσει τὰς βουλάς· καὶ ὁ ἐν τῇ κρίσει διαλάμπων
ὡς μεσημβρίαν ἕξει τὸ κρῖμα.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="3"><p>Υποτάγηθι τῷ Κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτὸν,
κ. τ. ἑ. Ἡ ὑποταγὴαὕτη (27) ἐστὶ φύσεως λογικῆς
πρὸς τὴν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ ἐκούσιος συγκατάθεας,
« Μὴ παραζήλου ἐν τῷ κατευοδουμένῳ ἐν τῇ δὲ??
αὐτοῦ, ἐν ἀνθρώπῳ ποιοῦντι παρανομίας. » Νῦν
εὐόδωσιν τὴν ἐπὶ τὸ χεῖρον προκοπὴν λέγει· ὡς κκὶ
τὸ, « Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψσαν
ἐπὶ τὸ χεῖρον. »</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="4"><p>Παῦσαι ἀπὸ ὀργῆς καὶ ἐγκατάλιπε θυμὸν.
<note type="footnote">24 II Tim. 13.</note>
<note type="footnote">sequentia fragmenta.</note>
<note type="footnote">(25) Ἐνταῦλθα ξῆλον, etc. Codex Coisdiniamus.</note>
<note type="footnote">(26) Πῆς ὁ φαῦλα, etc. Catena Gorderii.</note>
<note type="footnote">(27) Ἡ ὑποταγὴ αὔτη, etc. Schedæ Grabii.</note>

<pb n="1317"/>
κ. τ. ἑ. Θυμός ἐστιν (28) ὀργὴ ἑπιθυμέας ἡμέρου ψυχῆς
κατʼ ἐξσχὴν ἀμύνῃς· ὀργή ἐστιν ὄρεξις τιμωρίας·
τιμωρία δέ ἐστι κακοῦ ἀνταπόδοσις, « Μὴ παραζήλου
ὥστε πονηρεύεσθαι. » Μὴ ἴδῃς αὐτῶν τὴν εὐημερίαν,
ἀλλὰ πρόσμεινον τὸ τέλος, καὶ ὄψει τὸν ὅλεθρον.
Ὅτι οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται,
κ. τ. ἑ. Τὸ ἐξολοθρευθῆναι (29) οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ
τὸ ἐκπεσεῖν ἐκ Θεοῦ.</p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>