<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg017.opp-grc1:101-120</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg017.opp-grc1:101-120</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg017.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="book" n="appendix"><div type="textpart" subtype="fragment" n="101"><head>1, 48 (Hom. 8) &gt;ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν&lt;</head><p>Οὐχ ἁπλῶς δέ οὐδέ ἀκρίτως ἐν τῇ Μαρίᾶ γέγονεν ὁ λόγος, ἀλλὰ διὰ τὴν
                            ὑπερβάλλουσαν αὐτῆς ταπείνωσιν, ἣν ἀγαπᾷ ὁ θεὸς καὶ ὑπερυψοῖ ὡς
                            μιμουμένην αὐτὸν τὸν ταπεινώσαντα ἑαυτὸν καὶ μορφὴν δούλου <lb n="5"/>
                            λαβόντα· &gt;ὅτε ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ&lt;· ἐν
                            Ἡσαΐα φησίν· &gt;ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον
                            καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;&lt; Εἶτά φησιν· &gt;ἐπειδὴ ἐπὶ τὴν
                            ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ&lt; — δούλη γὰρ αὐτοῦ εἰμι ὡς πλάσμα αὐτοῦ
                            καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ κτίσματα — Ε;ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί <lb n="10"/>
                            με&gt;, οὐ σὺ μόνη ἡ Ἐλισάβετ, ἀλλὰ &lt;πᾶσαι αἱ αἱ τῶν πιστευόντων· εἰ
                            γὰρ καὶ τοῖς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ἀσυμφανὴς ἦν ὁ τῆς θεοτόκου λόγος, ἀλλὰ
                            νῦν ὁσημέραι ἐπὶ πλείω λαλεῖ κα φαίνεται τὸ ἀληθὲς τῶν ὑπ᾿ αὐτῆς
                            προφητευθέντων.</p><note type="footnote">C [vor und nach p. 60, 2—5 (= 9 ἀπὸ — 11 πιστ.)] 4f.
                            vgl. Phil. 2, 7 6ff. Jes. 66, 2</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="102"><head>1, 49 (Hom. 8) &gt;ἐποίησέν μοι μεγάλα ὁ δυνατός&lt;</head><p>Ἐπειδήπερ ἀπιστήσειεν ἂν τις πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς συλλήψεως, εἴ γε
                            παρθένος οὖσα συλλάβοι, τῷ ὀνόματι τοῦ &gt;δυνατοῦ&lt; τὴν ἀπιστίαν ἵνα
                            τις τῇ δυνάμει τοῦ ἐνεργοῦντος ἀναπέμψῃ τὸ κατόρθωμα καὶ μὴ τὸ <lb n="5"/> κατὰ φύσιν ἐξετάζων ἐκπέσῃ τῆς ἀληθοῦς συγκαταθέσεως τῶν ἀληθῶς
                            γεγενημενων.</p><note type="footnote">dCQ* 1—4 κατόρθωμα findet sich in k(K: Τίτου) in e.
                            Titus-Scholion (vgl. Sickenberger, Titus S. 145 zu Luk. 1, 49);
                            möglicherweise ist das in Q falsch. 2 Ἐπειδ. — τις] λέγει δὲ &lt;ὁ
                            δυνατός&gt; ἶν’ ἐόν τις ἀπιστήσειε C 3 τῷ— ἐκβάλλει] φησίν· &lt;ἐποίησέ
                            μοι μεγάλα ὁ δυνατός&gt;</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="103"><head>1, 52 (Hom. 8) &gt;καθεῖλεν δυνάστας ἀπὸ θρόνων&lt;</head><p>Τοὺς αὐτοὺς καὶ &gt;δυνάστας&lt; καλεῖ, οὓς καθελὼν ὕψωσεν, τοὺς ἑαυτοὺς
                            &gt;ὑπὸ τὴν κραταιὰν χεῖρα αὐτοῦ(, δεδωκὼς αὐτοῖς <note type="footnote">2—6 aQ*Q1 2—3 αὐτοῦ dpCWX 2—5 ἐχθροῦ 3 1 Petr. 5, 6 2 Τοὺς] τούτους
                                δὲ a Τοὺς —-ὕψωσε] ἀλλὰ τούτους &lt;καθεῖλε &gt; καὶ dC, ἀλλ᾿
                                αὐτοὺς μὲν &lt;καθεῖλεν&gt;, &lt;ὕψωσε&gt; δὲ &lt;ταπεινοὺς&gt; Χ
                                καὶ &gt; δυνάστας] δυνατοὺς α 2/3 ταπεινοῦντας α 3 τὴν &gt; α ~
                                αὐτοῦ χεῖρα aX αὐτοῦ] τοῦ θεοῦ dC δεδωκ. — 5 ἐχθροῦ &gt; QQ1</note>
                            <pb n="280"/> &lt;ἐξουσίαν πατεῖν ἐπάνω ὄφεως καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ
                            πᾶσαν τὴν <lb n="5"/> τοῦ ἐχθροῦ&gt;· καὶ &lt;πεινῶντας&gt; μέν τοὺς ἐξ
                            ἐθνῶν, λιμώττοντας θείων καὶ διδασκαλίας, &lt;ἐνέπλησεν ἀγαθῶν&gt;c τῶν
                            τῆς νέας διαθήκης.</p><note type="footnote">4f. Luk. 10, 19 4 ὄφεων A 5 μὲν &gt; Q1 λιμώττ. + τῶν
                            α 6 καὶ &gt; Αα</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="104"><head>1, 80 (Hom. 11) &gt;ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις&lt;</head><p>Οὕτω πάντα ξένα τὰ αὐτοῦ· καὶ ἡ τροφὴ ξένη, καὶ ἐκλεκτὸς ἀπὸ κόσμου ἅτε
                            τὸν ὑπέρ κόσμον μηνύων Χριστόν, καὶ ἐν ἐρήμῳ εὐθύς, ἔξω τῆς ἐν ἀνθρώποις
                            κακίας αναστρεφόμενος, ἵνα καὶ ἀξιόπιστος γένηται ταύτην <lb n="5"/>
                            ἐλέγχειν· οὐ πρότερον δὲ τοῖς ἐν πόλεσιν ἐπιχωριάζειν ἤρξατο, εἰ μὴ τὸ
                            ἐν αὐτῷ πνεῦμα δημοσιεῦσαι ἑαυτὸν προετρέψατο.</p><note type="footnote">2—6 Χ (vorher geht p. 80, 5—81, 20, es folgt p. 64,
                            2—14) e[E1 τοῦ αὐτοῦ (ἀνεπ.)] (in e. Schohon, das beginnt στεῖρα
                            ἡ</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="105"><head>2, 1 (Hom. 11) &gt;ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις εκείναις&lt;</head><p>Ποίαις ἡμέραις; Καθ’ ἃς ἐγεννήθη ὁ βαπτιστής· ἔξ γὰρ μησὶ πρόδρομος τοῦ
                            σωτῆρος ἐγένετο εἰς τὴν κύησιν καὶ πρὸ ἓξ μηνῶν ἐτέχθη· ὡς δέ οἱ
                            ἀκριβέστεροι ἐπετήρησαν, καὶ πρὸ ἓξ μηνῶν τῆς ἀναλήψεως τοῦ <lb n="5"/>
                            σωτῆρος ἀπέθανεν. &gt;Αὐγούστου&lt; δέ φησιν πρώτως βασιλεύοντος
                            &lt;ἐξῆλθε δόγμα&gt;. Πρὸ Αὐγούστου γὰρ μόνος ἐγτένετο Ἰούλιος Καῖσαρ ὁ
                            μετὰ τοὺς ὑπάτους· τύπος γὰρ ἦν πρὸ τούτου ὑπάτους βασιλεῖς
                            ἐνιαυσιαίους· Αὔγουστος δὲ βασιλεύσας λύει τὰς πολυαρχίας καὶ κατασχὼν
                            παρέμεινε βασιλεύων. Ἐπεὶ γὰρ ἤμελλε τὸ κήρυγμα διατρέχειν <lb n="10"/>
                            εἰς τὰ πέρατα, οὐκ ἠδύναντο δέ οἱ ἀπόστολοι μεταβαίνειν ἀπὸ ἔθνους εἰς
                            ἔθνος διαφόροις βασιλεῦσι παλαίοντες καὶ πολεμούμενοι παρ ἑκάστου,
                            προομαλίζει μιᾷ βασιλείᾳ τὴν γῆν ὁ θεός, ἵνα οἱ ἀπόστολοι ὡς εἰς μίαν
                            βασιλείαν κηρύττωσιν.</p><note type="footnote">Χ (neues Scholion nach p. 64, 2—14) ξ</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="106"><head>2, 22 (Hom. 14) &gt;ἀνήγαγεν αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα&lt;</head><p>Περιτέμνεται ὁ κύριος ὀκταήμερος· Ἰησοῦς ὀνομάζεται, ὃ καὶ προηγόρευται
                            καὶ οὕτω μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἡμερῶν ἀνάγεται πρὸς Ἱεροσόλυμα καὶ
                            παρίσταται τῷ κυρίῳ κατὰ τὸν νόμον τὸν λέγοντα, <lb n="5"/> ὅτι &gt;πᾶν
                            ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ κυρίῳ κληθήσεται&lt;. Καὶ τοῦτο μὲν
                            ἐνταῦθα γνῶναι παντός, ὡς αὐτὸς μέν ὁ ἁγιάζων, αὐτὸς δὲ ὁ ἁγιαζόμενος,
                            ἐκεῖνο δέ οὐ παντός, ὡς ἐλέγετο μὲν καὶ ἐτελεῖτο ταῦτα κοινῶς, ἐδήλου δέ
                            τι τοῦ φαινομένου βαθύτερον· προσήγετο γὰρ ὑπέρ ἄῤῥηνος <note type="footnote">k (K: Τοῦ Γεωμέτρου) κ (vgl. p. 137, 21—28 lat.;
                                eine Verwechselung des lemmas Ὠριγ. mit Γεωμ. kommt öfters vor) 2
                                vgl. Luk. 2, 21 5 Luk. 2, 23 6 vgl. Hebr. 2, 11 2 ὀκταήμ. + καὶ
                                konj. Kr.</note>
                            <pb n="281"/> πρωτοτόκου καὶ αὐτοῦ προσαγομένου &lt;ζεῦγος
                            τρυγόνων, καὶ δύο <lb n="10"/> περιστερῶν&gt; καὶ οἶμαι διὰ μὲν τῶν
                            τρυγόνων τὸ σῶφρόν τε καὶ δηλούσθαι.</p><note type="footnote">9f. Luk. 2, 24</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="107"><head>2, 46 (Hom. 19) &gt;μετὰ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτόν&lt;</head><p>Οὐ τῇ πρώτη δὲ ἢ τῇ δευτέρᾳ ηὗρον αὐτόν, ἀλλὰ τῇ τρίτη, ὅτε αὐτὸς
                            ἠθέλησεν ἐμφανὴς γενέσθαι τοῖς ζητοῦσιν αὐτόν. Ἔχει δὲ καὶ αἴνιγμα ὁ
                            λόγος· ἐν τῷ δωδεκάτῶ ἔτει τρεῖς ἡμέρας κρύπτεται, πρὸ τοῦ πάθους <lb n="5"/> τὸ πάθος καταγγέλλων τὸ ἐπὶ τῶν δώδεκα μαθητῶν, ὅτε δὴ καὶ
                            τούτους ἔλαθε καὶ πόλιν ἀναστὰς ἐφάνη [πρὸ τῶν τριῶν], τὸν τριήμερον προ
                            του καιρου καιρον.</p><p>dCS (anschl. an p. 130, 3—9) vgl. Ambros. in Lucam II, 63 (S. 75
                            Schenkl): post triduum repperitur tn templo, ut esset indicio quia post
                            triduum triumphalis illius passionis in sede caelesti et honore divino
                            fidei nostrae se resurrecturus offerret, qui mortuus credebatur — 3 vgl.
                            Weish. Sal. 1, 2</p><note type="footnote">2 δὲ + ἡμέρᾳ S τῇ2 &gt; C ὅτε] ὅτι δηλαδὴ S 4 πρὸ — 6
                            τριῶν] αὐτοῖς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ S 5 τῶν &gt; d 6 τὸν — 7 καιρόν &gt; S 7
                            τοῦ &gt; d</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="108"><head>3, 1 (Hom. 21) &gt;ἐν ἔτει δέ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς Τιβερίου&lt;</head><p>Ἐν τῷ πρώτῳ καὶ τεσσαρακοστῷ ἔτει Καίσαρος Αὐγούστου ἐγεννήθη ὁ Χριστός,
                            καὶ ἐβασίλευσεν Αὔγουστος ἔτη πεντήκοντα ἓξ, λοιπὰ δέκα <lb n="5"/>
                            πέντε· εἶτα ἐβασίλευσεν μετ᾿ αὐτὸν Τιβέριος, καὶ τῷ πεντεκαιδεκάτῳ ἔτει
                            τῆς Τιβερίου βασιλείας ἦλθεν Ἰωάννης βαπτίζων, ὅτε καὶ ὁ Ἰησοῦς
                            ἐβαπτίσθη &gt;ὢν ἐτῶν ὡσεὶ τριάκοντα&gt;, ὡς ἐν τοῖς ἑξῆς φησιν
                            εὐαγγελιστής.</p><p>dCS (es folgt p. 136, 21—137, 17) — 6 vgl. Luk. 3. 23</p><note type="footnote">3 τεσσαρ. + τοίνυν S ἐγενν. — 4 Αὔγ. &gt; S 4 ἔξ + κοὶ
                            S 6 ἦλθεν + ὁ S 7 ὡσεὶ &gt; S ὡς — εὐαγγ. &gt; S</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="109"><head>3, 2 (Hom. 21) &gt;ἐπὶ ἀρχιερέως Ἄννα καὶ Καϊάφα&lt;</head><p>Ἐμνήσθη δὲ καὶ τῶν ἀρχιερέων Ἄννα καὶ Καϊάφα, ἵνα δείξῃ, ἀπὸ τοῦ καιροῦ,
                            καθ’ ὅν ἦλθεν ὁ Ἰωάννης κηρύσσων, ἦσαν οὗτοι ἀρχιερεῖς, ἐν ἐκείνῳ τῷ
                            καιρῷ ἀρξάμενοι, μείναντες δὲ ἕως τοῦ πάθους τοῦ <lb n="5"/> κυρίου ἐν
                            τῂ ἀρχιερωσύνῃ. Φησὶ γὰρ περὶ τοῦ Καϊάφα, ὅτι εἰπὼν περὶ τοῦ Χριστοῦ,
                            ὅτι &gt;συμφέρει ἡμῖν, ἵνα εἷς ἄνθρωπος ὑπὲρ τοῦ λαοῦ&lt;, καὶ ἐπήγαγεν
                            εὐθύς· &gt;ἦν γὰρ ἀρχιερεὺς ἐκείνου&lt; ἤτοι πρὸ δύο ἐτῶν τοῦ πόθους
                            εἶπεν τοῦτο· τῷ γὰρ τρίτῳ τριακοστῷ ἔτει μετὰ μῆνας τρεῖς ἔπαθεν ὁ
                            κύριος.</p><note type="footnote">dCS (anschließend an p. 137, 17) — 6f. Joh. 11 2 καὶ
                            &gt; S 3 ὁ &gt; C 4 μείν. δὲ] καὶ διαμείναντες S ἕως — 5 κυρίου nach 5
                            ἀρχιερωσύνῃ S 5 Φησὶ — 9 nur C &gt; dS</note></div><pb n="282"/><div type="textpart" subtype="fragment" n="110"><head>4, 18 (Hom. 32) &gt;ἀπέσταλκέν με κηρῦξαι αἱχμαλώτοις
                            ἄφεσιν&lt;</head><p>&gt;καὶ τοῖς αἰχμαλώτοις ἄφεσιν&lt;. Τινας δὲ αἰχμαλώτους φησὶν αὐτούς,
                            οὓς πρώην αἰχμαλωτευθέντας καὶ δεσμευθέντας ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἐλθὼν ὁ
                            Χριστὸς καὶ καθελὼν τὸν ἀποστάτην καὶ ἀλαζόνα τύραννον <lb n="5"/> τὸν
                            Σατανᾶν ἠλευθέρωσε τῆς αἰχμαλωσίας; Τοὺς αὐτοὺς καὶ &gt;τυφλοὺς&lt;
                            &gt;τεθραυσμένους&lt; φησίν· αὐτὸς γὰρ ἐξήστραψε τοῖς ἐσκοτισμένην
                            ἔχουσι διάνοιαν τὸ νοητὸν φῶς, ἀφῆκέν τε ἤγουν ἀπέλυσε δεσμῶν τῶν τῆς
                            ἁμαρτίας τοὺς &gt;τεθραυσμένους καὶ συντετριμμένους τῇ καρδίᾳ&lt;, τοῦτ᾿
                            συντριβέντας ὑπὸ τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας ἢ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι,
                                <lb n="10"/> οἷς καὶ κηρύσσει &gt;ἐνιαυτὸν κυρίου δεκτόν&lt;. Ποῖος
                            δὲ οὗτός ἐστιν ὃν τὸ κήρυγμα τοῦ σωτῆρος ἐγίνετο ἢ καθ᾿ ὃν ὁ ἀμνὸς ὁ
                            ἀληθινὸς ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου προσεφέρετο;</p><note type="footnote">adk CNκ (in k als Schluß eines langen Kyrillscholions,
                            gekürzt), an p. 194, 13—23 — 9 vgl. Matth. 5 2—5 αἰχμαλωσίασ] αὐτὸς (+
                            γὰρ V) αἰχμαλώτους ὄντας ἐῤῥύσατο, τὸν ἀποστάτην τύραννον καθελών, τοῦτ᾿
                            ἔστι τὸν Σατανᾶν akV 2 Τίνας—φησὶν &gt; d ἢ] λέγει δὲ d 3 οὓς] τοὺς d
                            3/4 διαβόλου+ οὓς d 4 καὶ1 — 5 Σατανᾶν &gt; d 5 Τοὺς—6 φησίν &gt; akV
                            αὐτοὺς + δὲ d 6 αὐτὸς — 7 φῶς] αὐτοῖς γὰρ ἐσκοτισμένοις οὖσι τὴν
                            διάνοιαν τὸ νοητὸν ἐξήστραψε φῶς d, αὐτὸς ἐνήστραψε τὸ νοητὸν καὶ θεῖον
                            (+ καὶ οὐράνιον b) φῶς τοῖς ἐσκοτισμένην ἔχουσι τὴμ καρδίαν akV, + καθὼς
                            αὐτός φησιν, ὅτι Ε;ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἐλήλυθα&gt; (Joh. 12,
                            46) akV (~ τὸ θεῖον καὶ νοητὸν φῶς ἐνήστραψε k καθὼς — ὅτι] Ἔφη γοῦν kV
                            / τοῦτον &gt; a) 7 ἀφῆκεν — 8 καρδίᾳ] αὐτὸς ἀπέλυσε δεσμῶν, δηλονότι τῶν
                            εἰς ἁμαρτίαν, τοὺς συντεθραυσμένην ἔχοντας (+ τὴν k) καρδίαν akV αὐτὸς +
                            καὶ A / δεσμ. — ἁμαρτ.] τῶν τῆς ἁμαρτίας δεσμῶν, δηλονότι k), αὐτὸς
                            δεσμῶν τῶν ἐξ ἁμαρτίας ἀπέλυσε πάντας τοὺς πιστούς A ἤγουν ἀπέλυσε &gt;
                            d 8 καὶ συντετριμμένους &gt; d τοῦτ᾿ — 9 συντριβ. &gt; d τοῦτ’ ἔστι — 9
                            πνεύματι &gt; akV 10 οἷς —12] αὐτὸς ἐκήρυξεν &lt;ἐνιαυτὸν δεκτόν&gt;, οὗ
                            (+ καὶ V) ὁ πάνσοφος Παῦλος μνημονεύει λέγων· &lt;ἰδοὺ νῦν καιρὸς ἰδοὺ
                            νῦν ἡμέρα σωτηρίας&gt; (2 Kor. 6, 2) akV διαμνημονεύει V / νῦν &gt; 10
                            Ποῖος — ἤ &gt; d 10 — 11 ἐγίνετο vgl.] ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν αὐτὸς ὑπέδειξε
                            ζωὴν καὶ τὴν δικαίαν ἠπείλησε κρίσιν. Αὐτὸς ἐκήρυξε ἐνιαυτὸν κυρίου
                            δεκτόν, καθ᾿ ὃν τὸ κήρυγμα τοῦ σωτῆρος ἐγένετο· ἐνιαυτὸν γὰρ δεκτὸν τὴν
                            προτέραν αὐτοῦ οἶμαι λέγεσθαι παρουσίαν, ἡμέραν δὲ ἀνταποδόσεως, τὴν τῆς
                            κρίσεως ἡμέραν W (letzter Teil des dem k-Text entsprechenden
                            Kyrill-Scholions). 12 ~ τοῦ κόσμου προσεφέρ. ἁμαρτ. d</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="111"><head>10, 29 (Hom. 34) &gt;ὁ δὲ θέλων δικαιῶσαι ἑαυτὸν εἶπεν&lt;</head><p>Ἐπαινεθεὶς μέντοι ὑπό τοῦ σωτῆρος ὁ νομικὸς ὡς καλὴν ἀπόκρισιν ἐποιήσατο,
                            τὴν ἀλαζονείαν ἐξέῤῥηξεν, οὐδένα εἶναι πλησίον αὐτοῦ τιθέμενος,</p><note type="footnote">2—8 dCk (als letzter Teil eines Kyrillscholions, der
                            nicht syrisch belegt ist) mκ 2—4 ἐφαμίλλου 2 μέντοι &gt; a] τοίνυν dC
                            ὑπὸ—νομικὸς — &gt; dC ὡς — 3 ἐποιήσατο &gt; a καλὴν + τὴν κ 3 ἐποιήσατο
                            + καὶ ἀποτυχὼν τῆς θήρας dC (= Kyr., vgl. k) αὐτοῦ] ἑαυτοῦ κ</note><pb n="283"/><p>ὡς οὐδενὸς ὄντος αὐτῷ κατὰ τὴν δικαιοσύνην ἐφαμίλλου· μόνον γὰρ <lb n="5"/> ἐνόμιζε πλησίον εἶναι τόν δίκαιον τῷ δικαίῶ, τὸν ἡψηλὸν τῷ ὑψηλῷ κατ’
                            ἀρετὴν ἐφάμιλλον, οὐκ εἰδώς, ὅτι τοῦτο διαφθείρει τὴν δικαιοσύνην τὸ μὴ
                            ἐξ ἀγάπης, ὃ πράττει, ποιεῖν· ἐνδεὴς οὖν οὗτος τῆς ἀγάπης ἁλίσκεται καὶ
                            τῆς πρὸς τὸν θεὸν καὶ τῆς πρὸς τὸν πλησίον.</p><note type="footnote">4 αὐτῷ] αὐτοῦ a ἐφαμίλλου] ὁμοίου d 5 δίκαιον — ὑψηλῷ
                            &gt; d 6 οὐκ εἰδώς, ὄτι] Ταῦτα δὴ φρονῶν, οἷα ἐκεῖνος ὁ Φαρισαῖος ὁ
                            λέγων· &lt;Οὐκ ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων&gt; (Luk. 18, 11), οὐκ εἰδώς,
                            ὡς k 7 οὖν γὰρ d οὖν + καὶ k ἁλίσκεται — 8 Πλησίον] τῆς πρὸς τὸν θεὸν
                            καὶ τὸν πλησ. καὶ οὗτος εὑρίσκεται d 8 καὶ] πάντως μέν καὶ k τὸν1 &gt; k
                            + οὐ μὴν ἀλλὰ k τῆς + γε k πλησίον, + ἐμφανῶς, ὅπου οὐδὲ εἶναί τινα
                            πλησίον ἑαυτοῦ λογίζεται· δῆλον δὲ ὅτι &lt;τὸν ἀδελφὸν οὐκ ἀγαπῶν, ὃν
                            ἑώρακεν, δύναται θεὸν ἀγαπῶν, ὃν οὐχ ἑώρακεν&gt; (1 Joh, 4, 20) k</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="112"><head>13, 6 &gt;συκῆν εἶχέν τις πεφυτευμένην&lt;</head><p>[Ἄλλοι δέ τὸ τρισσῶς ἐληλυθέναι αὐτὸν οὕτω φασίν· τὸ πρῶτον Μωϋσέως καὶ
                            Ἀαρών, δεύτερον, καθ’ ὃν καιρὸν ἦν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυὴ καὶ μετ᾿ αὐτὸν οἱ
                            κριταί, τρίτον δέ μετὰ τούτους, καθ’ ὃν γεγόνασιν <lb n="5"/> &gt;οἱ
                            προφῆται μέχρις Ἰωάννου&lt; τοῦ βαπτιστοῦ.] Ἐν καιροῖς ἄκαρπος ὁ Ἰσραήλ·
                            ὅσον γὰρ ἧκεν εἰς τὴν τοῦ θεοῦ βουλήν, ἀπαράδεκτος ἦν ἡ ὡς ἐν σκιαῖς καὶ
                            τύποις λατρεία, καὶ ἄκαρπος παντελῶς τότε ἧκον εἰς πνευματικὴν λατρείαν·
                            διὸ καὶ ἀπόβλητος γέγονεν. Ἕτερον δέ τέταρτον νοῆσαι τὴν τῆς
                            ἐνανθρωπήσεως χρόνον, καθ᾿ ὃν νύττει καὶ <lb n="10"/> περιορύττει τὸν
                            Ἰσραήλ, καταθερμαίνων αὐτόν, ἵνα ζέοντας τῷ πνεύματι ἀποτελέσῃ. Ἐπειδὴ
                            δὲ μετὰ τοσαύτας ἀπειλὰς ἔμειναν ἄκαρποι, ἐξεκόπη ἡ συκῆ καὶ
                            ἐνεκεντρίσθη τὰ ἔθνη &gt;εἰς τὴν ἐκείνων ῥίζαν&lt;· ἔμεινε ῥίζα. Ἢ
                            γεωργὸν δεῖ νοῆσαι ἄγγελόν τινα παρὰ θεοῦ προσταχθέντα προΐστασθαι τῆς
                            Ἱερουσαλήμ, ἣ καὶ συκῇ ἀκάρπῳ παραβάλλεται. Διαγράψωμεν <lb n="15"/> οὖν
                            καὶ ὡς ἐν συντόμῳ τὸν λόγον· &gt;συκῆ&lt; ἤτοι ἡ Ἱερουσαλὴμ [ἢ ἡ τῶν
                            Ἰουδαίων συναγωγὴ ἢ ἡ ἀνθρωπότης &gt;οἰκοδεσπότης&lt;, οὗ τινος καὶ ἡ
                            συκῆ ἦν, [ὁ θεὸς καὶ αὐτὸς ὁ σωτήρ· [ὁ δέ &gt;ἀμπελουργὸς&lt; ὁ υἱὸς τοῦ
                            θεοῦ. &gt;Τρίτον&lt; ἐληλυθέναι αὐτόν, τοῦτ’ ἔστι διὰ Μωϋσέως, διὰ τῶν
                            προφητῶν, <lb n="20"/> ἑαυτοῦ.] Ἤτοι πρῶτον ἔτος, καθ’ ὁ πρῶτον τῷ Ἀδὰμ
                            ἐνετείλατο λέγων· &gt;ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει
                            φαγῇ&lt;, τὰ ἑξῆς· δεύτερον, καθ᾿ ὁ ἐν τῷ νόμῳ διὰ Μωϋσέως τῷ Ἰσραὴλ δέ-
                                <note type="footnote">dC (d nur 2—5 βαπτ. + 27 τέταρτον—28) 8
                                Ἕτερον—14 παραβάλλεται ist abgedruckt als Fragm. LXVI p. 265. Vom
                                übrigen Text ist das Eingeklammerte den Autoren Titus, Kyrill und
                                Isidor Pel. zuzuweisen: 16 ἡ1 — συναγ., 18 Τρίτον — 20 ἑαυτοῦ =
                                Titus; 2 τὸ2 —5 βαπτιστοῦ, 24 Ἤ — 26 βαπτιστοῦ = Kyrill; 16 ἡ2 — 17
                                οἰκοδεσπότης, 11 ὁ — πατὴρ, 18 ὁ δὲ — θεοῦ = Isidor. Das Übrige
                                dürfte dem Origenes 5. 26 Luk. 16, 16 11f. vgl. Röm. 11, 17 21 Gen.
                                2</note>
                            <pb n="284"/> δωκεν ἐντολάς· τρίτον, καθ᾿ ὃ αὐτὸς δι’ ἑαυτοῦ ἐν τῷ
                            εὐαγγελίῳ τὸν τέλειον δέδωκε νόμον. Ἢ πρῶτον ἔτος φησιν, καθ’ ὃν ἦν
                            Μωϋσῆς <lb n="25"/> καὶ Ἀαρών, δεύτερον, καθ’ ὃν ἐν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυὴ
                            καὶ οἱ κριταί, τρίτον δέ, καθ’ ὃν γεγόνασιν &gt;οἱ προφῆται Ἰωάννου&lt;
                            τέταρτον τὸν τῆς ἐνανθρωπήσεως χρόνον, καθ’ ὃν αὐτὸς διὰ τοῦ εὐαγγελίου
                            τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν πᾶσιν εὐηγγελίσατο.</p><note type="footnote">27 χρόνον] καιρόν d 28 τὴν τ. οὐρ. βασ. πᾶσιν εὐνγγ.]
                            ἐκήρυξε πᾶσι τὴν τ. οὐρ. βασ. d</note></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><head>FRAGMENTE IN DEN LUKAS-KATENEN,</head><head>die aus anderen Schriften des Origenes stammen.</head><div type="textpart" subtype="section" n="a"><head>aus dem Matthäus-Kommentar</head><div type="textpart" subtype="fragment" n="113"><head>9, 10</head><p>Ὁ δέ Ματθαῖός φησιν expl. φεύγετε εἰς τὴν ἑτέραν.</p><note type="footnote">W* tom. Χ, 23 (III, 62, 112</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="114"><head>9, 12</head><p>Κατὰ δέ ἀναγωγὴν expl. τρέφοντες ἑκάστην φυλήν.</p><note type="footnote">κ tom. Χ, 23—XI, 3 (III, 63, 2273</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="115"><head>9, 18</head><p>Ἐρωτᾷ δὲ οὐχ ἀγνοῶν expl. συμβολικὰ αὐτοῦ ἀνειλήφασιν.</p><note type="footnote">dC tom. XII, 9 (III, 144, 1—145, 9</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="116"><p>Πυνθάνεται δὲ τῶν μαθητῶν expl. εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ.</p><note type="footnote">k* tom. XII, 9—13 (III, 144, 1152</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="117"><head>9, 23</head><p>Ἑτέρως δέ ἀρνεῖταί τις ἑαυτόν expl. ἐν τῷ κατορθοῦν σωζο-
                                    μενην.</p><note type="footnote">k* tom. XII, 24—27 (III, 171, 4174</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="118"><head>9, 27</head><p>Ταῦτα ἐπὶ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον expl. τῆς μεταμορφώσεως αυτου.</p><note type="footnote">k*ε tom. XII, 31 (III, 179, 917</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="119"><p>Εἰ δέ χρή τι καὶ περιεργότερον expl. ἐντὸς τῶν τελείων μόνον.</p><note type="footnote">k*ε tom. XII, 32—35 (III, 181, 6189</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="120"><head>9, 28</head><p>Καὶ τοίνυν ἴνα καὶ ἐπαναλαβὼν expl. καὶ τὸ πάθος τὸ ἅγιον.</p><note type="footnote">k*m*εμ tom. XII, 36—38 (III, 190, 3193</note></div></div></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>