<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:79-86</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:79-86</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="79"><head>Klagel. Jerem. 3, 38.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.38"><p>Διὰ τούτων μανθάνομεν μὴ εἰρηκέναι τὸν κύριον μηδὲ αἴτιον εἶναι τοῦ ταπεινωθῆ.ναι
							τοὺς δεσμίους τῆς γῆς ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, <note type="footnote">4 Vgl. Psal. 6, 4. - 9
								Vgl. Matth. 11, 30. — 12 Psal. 67, 7. — 13 Psal. 140, 10. — 16 Vgl. Matth. 18, 4? —
								Gen. 18, 27. — 17 Vgl. Rom. 5, 5. — 18 Psal. 118, 25. — 21 Psal. 73, 1. — 23 Psal.
								102, 9. — 24 Jerem. 38, 16.</note>
							<note type="footnote">3 ἥ ζητήσει] τῆ ζητούση c Ι ὑπομένει c Ι 4 μεθισταμένην c | 10
								τοῦ ABBREV δεῖ μὴ συναπάγεσθαι ο τοῦ δεῖ μὴ συνάπτεσθαι c | 16 αὐτὸν ο | 20 τὰ]
								x003C; ο | 22 τὸ] τῶ ο | 27 Διὰ] hierzu a. R. ὠριγ c 1 | μανθάνωμεν ο | κύριον] +
								καὶ c.</note>
							<pb n="266"/> οὐδὲ τὰ ἀνθρώπινα κρίματα έγκλίνειν κατέναντι τοῦ<milestone unit="altnumbering" n="343"/> θεοῦ. θεοῦ, δίκαιον ἀγαπᾷ καὶ εὐθύ, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ
							ἄξιον γενέσθαι καταδικάσαι ἄνθρωπον· οὐ γὰρ δύναται, φησί, τὰ ἐναντία ἐκ στόματος
							κυρίου ἐξεληλυθέναι, τὰ ἀγαθὰ καὶ τὸ κακόν· οὔτε γὰρ &gt;δίνδρον <lb n="5"/> καρποὺς
							πονηροὺς ποιεῖ, οὔτε δένδρον πονηρὸν καρποὺς ἀγαθούς&lt;. τὸ οὖν ἀδικεῖσθαι ἄνδρας ὑπὸ
							πονηρῶν παρὰ τὴν θείαν κρίσιν ἐστί, γίνεται δὲ ὅμως έν τοῖς περιορωμένοις ὑπὸ θεοῦ,
							καθὰ τοῖς Ἰσραηλίταις ὑπὸ τῶν πολεμίων συνέβη, καὶ ἐν ἐπιστροφῇ θεοῦ λύεται. διὸ χρὴ
							ταύτην ἀναζητεῖν τοὺς ἐπὶ τιμωρίᾳ παραδοθέντας.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="80"><head>Klagel. Jerem. 3, 39. 40.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.39-3.40"><p>Μάτην ἄρα γογγύζοντες ἐπὶ τὸν δημιουργὸν τὴν αἰτίαν ἀνάγομεν· ὅπερ ὁ ζῶν ἄνθρωπος οὐκ
							ἔχει ποιεῖν· νεκρῶν γὰρ ἐν ἁμαρτίαις ἡ τοιαύτη προαίρεσις, εἰ μὴ ἅρα διελέγχει τὸν
							ζῶντα καθ’ ἁμαρτίαν, καὶ θεὸν αἰτιώμενον. ὡς οὖν ἑτέραν αἰτίαν οὐκ <lb n="15"/>
							ἕχοντες ἢ μόνους ἑαυτούς, τὰ παρ' ἑαυτῶν γενόμενα κρίναντες ἐπιστρέψωμεν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="81"><head>Klagel. Jerem. 3, 40.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.40"><p>Οὐκ ἔστι γὰρ ἐπιστρέψαι πρὸς κύριον τὸν ἑαυτὸν ἀγνοήσαντα· ἐπιγινώσκει δέ τις ἐαυτόν,
							ἐπάγων ταῖς πράξεσι τὴν διάνοιαν, <lb n="20"/> ἄμα μὲν ἐπισκοπῶν αὐτάς, ἅμα δὲ καὶ
							νοερὰς ἐργαζόμενος. τότε γὰρ &gt;ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν κυρίου
							κατοπτριζόμεθα&gt; τὰ πρὶν ἐξομολογούμενοι λέξομεν ὅτι &gt;ἡμάρτομεν καὶ ἀποστῆναι ἀπὸ
							σοῦ&lt; καὶ &gt;ὃτι δίκαιος εἶ ἐπὶ πᾶσιν οἶς ἐπήγαγες ἡμῖν&lt;.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="82"><head>Klagel. Jerem. 3, 41.</head><lb n="25"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.41"><p>Τὸ ἀναλαβεῖν καρδίας ἐπὶ χειρῶν δοκεῖ δηλοῦν τὸ οἱονεὶ μετὰ χεῖρας λαβόντες τὰς
							ἑαυτῶν ἐννοίας ἐξετάσωμεν, εἴπερ εἰσὶ καθαραί.</p></q><note type="footnote">4 Vgl. Matth. 7, 17. — 11 ff. Vgl. Olymp. (Gh III, 158): μηδείς,
						φησί, μεμφέσθω ὠς αἴτιον ἁμαρτίας τὸν θεὸν, διότι προαιρετικῶς ὀ ἄνθρωπος ἁμαρτὼν
						δύναται καὶ μετανοῆσαι. — 21 Vgl. II Kor. 3, 18. — 22 Vgl. Dan. 9, 5. — 23 Vgl. Dan. 9,
						14.</note><note type="footnote">4 οὕτε] οὐδὲ co Ι 5 ἀγαθούς] + ποιεῖ ο | 7 κατὰ ο | 13 διελέγχῃ c Ι
						13/14 ζῶντα μαρτίαν ο | 14 κατ' c | 15 γινόμενα κρίνοντες ο | 23 καὶ] x003C; c |
						ἐπήγαγες] ἐποίησας c ἐπήγαγες c 1 a. R. | 25 Τὸ] vorher τοῦ αἰτοῦ c.</note><pb n="267"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="83"><head>Klagel. Jerem. 3, 43. 44.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.43-3.44"><p>Καὶ ταῦτα τῆς φθασάσης ἐξομολογήσεως μέρος· ὡς γὰρ σκότος ἡμῖν ἐκ νεφέλης ἐπήγαγες
							τὰς τῶν δεινῶν περιστάσεις, καὶ μακρὰν ὄντας ἀπὸ σοῦ κατεδίωξας, ἀπώλεσας νεκρῶν τῇ
							ἁμαρτίᾳ διὰ τῆς <lb n="5"/> τιμωρίας. καὶ ἐπείπερ αἱ ἁμαρτίαι ἡμῶν διίστων ἡμᾶς ἀπὸ
							σοῦ ὥσπερ διατειχιζούσης νεφέλης, οὐκ ἔφθανεν ἡμῶν ὴ προσευχὴ πρός σε· οὐ γὰρ εἴχομεν
							&gt;πτέρυγας περιστερᾶς&gt; ὑπερίπτασθαί λέγειν· »ἐν τῷ θεῷ ὑπερβήσομαι τεῖχος( οὐ γὰρ
							ἠν εὐχερὲς παρελθεῖν τὴν ἁμαρτίαν, στερεάν τε οὖσαν καὶ σκοτεινὴν καὶ πνεύματος <lb n="10"/> ἄμοιρον ἁγίου.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="84"><head>Klagel. Jerem. 3, 46. 47.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.46-3.47"><p>Σύμμαχος· πτόησις. ὅλῳ στόματι κατέπιον κατέπιον καὶ εἰς βάθος κακῶν ὑπηνέχθημεν
							φόβου καὶ ταραχῆς ἐμπλησθέντες· &gt;ἐμπίπτει γὰρ εἰς ὅν ὤρυξε x003E; ὁ ἀμαρτωλὸς
							διδοὺς ὡν ἥμαρτε <lb n="15"/> δίκας. καὶ ἐπεὶ »πρὸ συντριβῆς ἡγεῖται ὕβριος« κατὰ τὸν
							Σολομῶντα, τουτέστιν ὑπερηφανία, ἐπήρθημέν τε καὶ συνετρίβημεν. ὅθεν ὁ Δαβὶδ μελῳδεῖ·
							»νὴ ἐλθέτω μοι ποὺς ὑπερηφανίας, καὶ χεὶρ ὰμαρτωλοῦ μὴ σαλεύσαι με«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="85"><head>Klagel. Jerem. 3, 48.</head><lb n="20"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.48"><p><milestone unit="altnumbering" n="344"/> Καὶ τοσαῦτα παθὼν τῶν δεδρακότων ὑπεραλγεῖ,
							οὕτως "ἡ ἀγάπη τὸ κακὸν οὐ λογίζεται«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="86"><head>Klagel. Jerem. 3, 49.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.49"><p>Ἀντὶ τοῦ ὁ ὀφθαλμός μου κατεπονήθη, καὶ οὐ σιγήσε- ται τοῦ μὴ εἶναι ἔκνηψιν Σύμμαχος
							εἶπεν· ὸ ὀφθαλμός μου <lb n="25"/> ἐπέμεινε, καὶ οὐκ ἐπαύσατο τοῦ μὴ εἶναι ἄνεσιν.
							δηλοῦσι δὲ οἱ μὲν Ἑβδομήκοντα ὅτι καίπερ τῶν ὀφθαλμῶν ἐκ πλήθους δακρύων ἠσθενηκότων
							οὐ διέλειπον ὅμως, ἀνανῆψαι τοῦ κλαυθμοῦ μὴ δυνά- μενος, ὁ δὲ Σύμμαχος ὅτι ἐπέμεινά
							τε δακρύων καὶ οὐ διέλειπον· προσευχὴ γὰρ ἐκτενὴς καὶ δακρύων ἐπίτασις τὸν θεὸν
							ἐφέλκει πρὸς <lb n="30"/> ἔλεον.</p></q><note type="footnote">6 f. Vgl. Olymp. (Gh III, 162): τοῦ μὴ διελθεῖν πρός σε τὴν
						προσευχήν. — 7 Vgl. Psal. 54, —8 Psal. 17, 30. — 12 Vgl. Hexapla. — 13 Vgl. Prov. 26,
						27. — 15 Prov. 16, 18. — 17 Psal. 35, 12. — 20 I Kor. 13, 5.</note><note type="footnote">2 καὶ] cio x003C; c* Ι 4 ἀπολέσας c | 12 καὶ] c 1 o 003E; c* | 13
						φόβω ο | 17 ἐλθάτω ο Ι ὑπερηφανείας ο | 26 καίπερ 1 καὶ περὶ co.</note><pb n="268"/></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>