<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:49-54</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:49-54</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="49"><head>Klagel. Jerem. 2, 7.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.7"><p>Τὰ λειτουργικὰ παρέδωκε σκεύη, μηκέτι ταῖς παρ' ἀσεβῶν θυσίαις εὐαρεστούμενος κατὰ τὸ
							»ὁλοκαυτώματα κριῶν καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἶμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι«. παρέδωκε
							δὲ καὶ τὸ <lb n="5"/> συνέχον τεῖχος τὰς οἰκίας τῆς πόλεως, ἤγουν τὰ βασίλεια καθάπερ
							ἐξέδωκε Σύμμαχος. οἱ δὲ δυσμενεῖς παραλαβόντες <milestone unit="altnumbering" n="337"/> καὶ τὸν νεὼν ὡς ἐπὶ τελείᾳ νίκῃ λοιπὸν ἑώρταζον ἀλαλάζοντες. ψυχῆς δὲ θυσιαστήριον
							τὸ ἐν ἡμῖν λογικόν, δι' οὖπερ ἱερουργεῖται τὰ πάθη νεκρούμενα.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="50"><head>Klagel. Jerem. 2, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.8"><p>Πᾶσαν γὰρ αὐτῆς ἀφεῖλεν ἀσφάλειαν, τῆς τιμωρίας ἐκτείνας τὸ μέτρον· ὃ δὴ καὶ Ζαχαρίας
							τεθέαται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="51"><head>Klagel. Jerem. 2, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.8"><p>Πενθεῖ δὲ τεῖχος καὶ προτείχισμα, τὰ πένθους ἄξια, τοῦ <lb n="15"/> κλαίειν καὶ τοῖς
							ὁρῶσιν αἴτια γινόμενα· »τὴν γὰρ βουλὴν κυρίου τίς διασκεδάσει; καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν
							ὑψηλὴν τίς ἀποστρέψει ;« κατὰ τὸν μακάριον Ἡσαΐαν. τὴν δὲ τοιαῦτα πενθοῦσαν εἲτε πόλιν
							εἴτε ψυχὴν ὡς εἶναι τοῖς ἐχθροῖς καταπάτημα, πενθεῖν εἰκὸς ἀγγἐλους τοὺς πρότερον
							αὐτὴν ἄλλους ἐπ' ἄλλοις φυλάττοντας, μείχους <lb n="20"/> τε καὶ ὑποβεβηκότας. εἰ γάρ
							ἐπὶ σωθεῖσι χαίρουσιν, ἐπὶ πεσοῦσι πῶς οὐ πενθήσουσιν;</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="52"><head>Klagel. Jerem. 2, 9.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.9"><p>Ὡς γὰρ ὑπὸ γῆς ἢ θαλάττης καταποθεῖσαι γεγόνασιν ἀφα- νεῖς. ἀπώλοντο δὲ καὶ βασιλεὺς
							καὶ ἄρχοντες καὶ οἱ ψευδοπροφῆται <lb n="25"/> καὶ ὁ νόμος αὐτῆς ἀνάγκῃ δουλείας, ὃν
							δὴ προαιρέσει καὶ πρὶν ἀλῶναι κατέλυσαν. πύλαι δὲ ψυχῆς αἱ αἰσθήσεις, αἴτινες
							ἁμαρτανούσης κατακλύζονταί τε πάθεσι καὶ γίνονται γήϊναι. καὶ αἱ ταύτας δὲ τηροῦσαι
							τῆς ψυχῆς δυνάμεις ἐκλύονται ἀπολωλότος νοῦ τε βασιλεύοντος καὶ λογισμῶν ἀρχικῶν έν
							τοῖς πάθεσιν, ὸτε τῆς <note type="footnote">2, 4 παρέδωκε ist Symmachus' Lesart ür
								συνέτριψεν vgl. Hexapla. — 3 Jes. 1, 11. — 12 Vgl. Sachar. 2, 2. — 15 Jes. 14, 27. —
								20 Vgl. Luk. 15, 10. — 23 κατεβυθίσθησαν liest LXX Luc. (nach Σ΄ ür
								ἐνεπάγησαν.</note>
							<note type="footnote">14 ἄξια] x003C; ο | 14/15 τοῦ κλαίειν καὶ] übergesch. c 1 &lt;
								c*o | 15 ὁρῶσι γιγνώμενα ο 1 γιγνόμενα c | 23 Ὡς] vorher τοῦ αὐτοῦ c | 24 βασιλεῖς
								Ιο | 27 γίγνονται ο | 28 ἀπολωλυῖαι c.</note>
							<pb n="258"/> ψυχῆς νόμος τε καὶ τάξις ἀπόλλυται καὶ γίνεται Βαβυλὼν πλήρης οὐσα
							Συγχύσεως, μηδὲν ἔχουσα προνοητικὸν ὑπὸ θεοῦ βοηθούμενον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="53"><head>Klagel. Jerem. 2, 10.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.10"><p>Λυπηρὰ διηγεῖται θεάματα έν τῷ χωρίῳ τῆς εὐφροσύνης γεγενημένα· <lb n="5"/> φόβῳ γὰρ
							οὐδὲ θρηνεῖν τοῖς πρεσβυτέροις ἐπέτρεπον, καὶ τὰς πρώτας παρθένους εἰς γῆν ὁρᾶν
							παρεσκεύασαν, μήποτε φανεῖσαι πρὸς βίαν αὐτοὺς ἐκ τοῦ κάλλους, ἐν ᾦπερ ἐπρώτευον,
							ἐπισπάσωνται. εἴποις δ' ἂν καὶ τοὺς έν ἀρετῇ πάλαι πρεσβεύοντας, δι' ἣν οὕτως
							ἐλέγοντο, χοϊκοὺς γεγονότας καὶ πάθεσιν ἀλόγοις <lb n="10"/> ἐνιδρυθέντας κατὰ λόγον
							ἔτι μηδὲν ἐνεργεῖν καὶ τὸ έν αὐτοῖς ἡγεμονικὸν ἀπογεώσαντας πνεῦμα καὶ πένθους ἀξίαν,
							ἣν εἶχον πάλαι, σωφροσύνην ποιήσαντας καὶ λογισμοὺς διαφθείραντας, οὓς πρὶν ἀφθόρους
							δοἐσῳζον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="54"><head>Klagel. Jerem. 2, 11.</head><lb n="15"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.11"><p>Δόξαν ἰδίαν φησὶν ὁ προφήτης θεοῦ τε ναὸν καὶ πατρίδος εὐσέβειαν. τῶν δὲ νηπίων τὴν
							ἔκλυσιν ὁ λιμὸς ἀπηργάζετο. εἴποις δ' ἂν ὑψηλότερον, ὡς οἰκειοῦται τῶν συγγενὼν κατὰ
							σάρκα τὰ πάθη κατὰ τὸ τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ;« τὰ κατὰ ψυχὴν ἐκείνων ἀναδεχόμενος
							δυσχερῆ, γνώσεως ἀληθοῦς μαρασμὸν καὶ <milestone unit="altnumbering" n="338"/>
							<lb n="20"/> φορὰν ἄστατον τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὰ γήϊνα καὶ στέρησιν τῆς ὑψούσης τὴν
							κεφαλὴν κατὰ τὸ » σὺ κύριε , ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν
							μου«.</p></q></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>