<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:47-64</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1:47-64</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="47"><head>Klagel. Jerem. 2, 5.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.5"><p>Βάρεις τὰς οἰκίας φησίν, ἅπερ βασιλείας ἐξέδωκε Σύμμαχος. ἐπαναλαμβάνει δὲ τοὺς
							θρήνους, ὡς ἄν τις ἐπὶ πένθει περιαλγὼν. πάλιν δὲ δείκνυσιν, ὡς ταπεινὸν λογισμὸν καὶ
							ταπεινὴν ἀνείληφεν ἕννοιαν, καθαιρεθέντων τῶν ὡς οἰκημάτων τε καὶ φρουρίων, καθάπερ
								<lb n="10"/> πληρούντων τὸ ἡγεμονικόν. ἀρεταὶ μὲν γὰρ τὰ οἰκήματα, ὑπ' αὐτῶν γὰρ
							σκεπόμεθα, ὀχυρώματα δὲ οἱ ἀναντίρρητοι λογισμοἰ. οὐ γὰρ ἐπὶ χειρόνων νῦν ἡ καθαίρεσις
							ὑψωμάτων, ἐπαιρομένων κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ θεοῦ&lt;, οὐδὲ ταπεινότητος καθ’ έ)ν
							&gt;μανθάνει τὰ δικαιώματα τοῦ · ταῦτα γὰρ χαρᾶς, ἀλλ’ οὐ <lb n="15"/> πέφυκεν
							ἄξια.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="48"><head>Klagel. Jerem. 2, 6.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.6"><p>Σκηνὴν μὲν τὸν ναόν, ἅμπελον δὲ καὶ ἀμπελῶνα λέγει τὸν Ἱσραὴλ κατὰ τὸ »ἄμπελον ἐξ
							Αἰγύπτου μετῆρας« παρὰ Δαβίδ, καὶ »ἀμπελὼν ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ ἠγαπημένῳ« παρὰ Ἡσαΐᾳ.
							καὶ Δαβὶδ μὲν <lb n="20"/> ἐπάγει · »ἵνα τί καθεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτῆς;« καὶ τὰ ἑξὴς,
							ὁ δὲ Ἠσαΐας· »ἀφεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτοῦ« καὶ τὰ ἐπὶ τούτῳ. ταῦτα καὶ ὁ παρὼν ἐδήλωσε
							Θρῆνος. συστείλας γὰρ ἑαυτοῦ τὴν φρουρὰν ὁ θεὸς τοῖς πολεμίοις παρέδωκεν, οὐκέτιο
							κύκλῳ αὐτοῦ παρεμβάλλον- τος x003E; διὰ τὸ μὴ φοβεῖσθαι τὸν x003C;. κατήργησε δὲ καὶ
								<lb n="25"/> τοὺς κατὰ νόμον εἰς λατρείαν καιρούς, ὡς ἔν Ἡσαΐᾳ φησί· »νηστείαν καὶ
							ἀργείαν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου«. ὅπερ λήθην ἐκάλεσεν, ἀλλ’ οὐχ ὡς πάθος
							ἀνθρώπινον. παρώξυνε δὲ βασιλέα καὶ ἱερέα, ἀγανακτοῦντας εἰ μερὶς ὄντες θεοῦ τοιαῦτα
							παρ’ ἀσε- βούντων ὑφίστανται.</p></q><note type="footnote">6 ff. Vgl. Olymp. (Gh III, 78): πρὸς μὲν ῥητόν, . . . τὰς ἰκίας
						φησί. πρὸς δὲ διάνοιαν, τοὺς περιφράττοντας τὴν ψυχὴν ἀγαθοὺς λογισμούς. — 12 Vgl. II
						Kor. 10, 5. — 14 Vgl. Psal. 118, 71. — 18 Psal. 79, 9. — 19 Jes. 5, 1. — 20 Psal. 79,
						13. — 21 Jes. 5, 5. — 23 f. Vgl. Psal. 33, 8. — 25 Jes. 1, 14. — 28 καὶ ἄρχοντα hat
						Origenes also nicht gelesen, wie auch LXX Luc. nicht.</note><note type="footnote">1 θεοῦ καὶ] x003C; ο | 6 Βάρεις] anonym am Anfang d. Seite ο | 17
						ἀμπελῶν δὲ ο | 19 ἐγεννήθη ο | 20 ἱνατί ο | αὐτοῦ ο | 24 θεόν] κύριον ο | 26 ἀργείαν c*o
						ἀργίαν c 1 | 28 εἰ] οἲ c Ι ὄντες] ἐν ταῖς ο.</note><pb n="257"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="49"><head>Klagel. Jerem. 2, 7.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.7"><p>Τὰ λειτουργικὰ παρέδωκε σκεύη, μηκέτι ταῖς παρ' ἀσεβῶν θυσίαις εὐαρεστούμενος κατὰ τὸ
							»ὁλοκαυτώματα κριῶν καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἶμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι«. παρέδωκε
							δὲ καὶ τὸ <lb n="5"/> συνέχον τεῖχος τὰς οἰκίας τῆς πόλεως, ἤγουν τὰ βασίλεια καθάπερ
							ἐξέδωκε Σύμμαχος. οἱ δὲ δυσμενεῖς παραλαβόντες <milestone unit="altnumbering" n="337"/> καὶ τὸν νεὼν ὡς ἐπὶ τελείᾳ νίκῃ λοιπὸν ἑώρταζον ἀλαλάζοντες. ψυχῆς δὲ θυσιαστήριον
							τὸ ἐν ἡμῖν λογικόν, δι' οὖπερ ἱερουργεῖται τὰ πάθη νεκρούμενα.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="50"><head>Klagel. Jerem. 2, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.8"><p>Πᾶσαν γὰρ αὐτῆς ἀφεῖλεν ἀσφάλειαν, τῆς τιμωρίας ἐκτείνας τὸ μέτρον· ὃ δὴ καὶ Ζαχαρίας
							τεθέαται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="51"><head>Klagel. Jerem. 2, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.8"><p>Πενθεῖ δὲ τεῖχος καὶ προτείχισμα, τὰ πένθους ἄξια, τοῦ <lb n="15"/> κλαίειν καὶ τοῖς
							ὁρῶσιν αἴτια γινόμενα· »τὴν γὰρ βουλὴν κυρίου τίς διασκεδάσει; καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν
							ὑψηλὴν τίς ἀποστρέψει ;« κατὰ τὸν μακάριον Ἡσαΐαν. τὴν δὲ τοιαῦτα πενθοῦσαν εἲτε πόλιν
							εἴτε ψυχὴν ὡς εἶναι τοῖς ἐχθροῖς καταπάτημα, πενθεῖν εἰκὸς ἀγγἐλους τοὺς πρότερον
							αὐτὴν ἄλλους ἐπ' ἄλλοις φυλάττοντας, μείχους <lb n="20"/> τε καὶ ὑποβεβηκότας. εἰ γάρ
							ἐπὶ σωθεῖσι χαίρουσιν, ἐπὶ πεσοῦσι πῶς οὐ πενθήσουσιν;</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="52"><head>Klagel. Jerem. 2, 9.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.9"><p>Ὡς γὰρ ὑπὸ γῆς ἢ θαλάττης καταποθεῖσαι γεγόνασιν ἀφα- νεῖς. ἀπώλοντο δὲ καὶ βασιλεὺς
							καὶ ἄρχοντες καὶ οἱ ψευδοπροφῆται <lb n="25"/> καὶ ὁ νόμος αὐτῆς ἀνάγκῃ δουλείας, ὃν
							δὴ προαιρέσει καὶ πρὶν ἀλῶναι κατέλυσαν. πύλαι δὲ ψυχῆς αἱ αἰσθήσεις, αἴτινες
							ἁμαρτανούσης κατακλύζονταί τε πάθεσι καὶ γίνονται γήϊναι. καὶ αἱ ταύτας δὲ τηροῦσαι
							τῆς ψυχῆς δυνάμεις ἐκλύονται ἀπολωλότος νοῦ τε βασιλεύοντος καὶ λογισμῶν ἀρχικῶν έν
							τοῖς πάθεσιν, ὸτε τῆς <note type="footnote">2, 4 παρέδωκε ist Symmachus' Lesart ür
								συνέτριψεν vgl. Hexapla. — 3 Jes. 1, 11. — 12 Vgl. Sachar. 2, 2. — 15 Jes. 14, 27. —
								20 Vgl. Luk. 15, 10. — 23 κατεβυθίσθησαν liest LXX Luc. (nach Σ΄ ür
								ἐνεπάγησαν.</note>
							<note type="footnote">14 ἄξια] x003C; ο | 14/15 τοῦ κλαίειν καὶ] übergesch. c 1 &lt;
								c*o | 15 ὁρῶσι γιγνώμενα ο 1 γιγνόμενα c | 23 Ὡς] vorher τοῦ αὐτοῦ c | 24 βασιλεῖς
								Ιο | 27 γίγνονται ο | 28 ἀπολωλυῖαι c.</note>
							<pb n="258"/> ψυχῆς νόμος τε καὶ τάξις ἀπόλλυται καὶ γίνεται Βαβυλὼν πλήρης οὐσα
							Συγχύσεως, μηδὲν ἔχουσα προνοητικὸν ὑπὸ θεοῦ βοηθούμενον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="53"><head>Klagel. Jerem. 2, 10.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.10"><p>Λυπηρὰ διηγεῖται θεάματα έν τῷ χωρίῳ τῆς εὐφροσύνης γεγενημένα· <lb n="5"/> φόβῳ γὰρ
							οὐδὲ θρηνεῖν τοῖς πρεσβυτέροις ἐπέτρεπον, καὶ τὰς πρώτας παρθένους εἰς γῆν ὁρᾶν
							παρεσκεύασαν, μήποτε φανεῖσαι πρὸς βίαν αὐτοὺς ἐκ τοῦ κάλλους, ἐν ᾦπερ ἐπρώτευον,
							ἐπισπάσωνται. εἴποις δ' ἂν καὶ τοὺς έν ἀρετῇ πάλαι πρεσβεύοντας, δι' ἣν οὕτως
							ἐλέγοντο, χοϊκοὺς γεγονότας καὶ πάθεσιν ἀλόγοις <lb n="10"/> ἐνιδρυθέντας κατὰ λόγον
							ἔτι μηδὲν ἐνεργεῖν καὶ τὸ έν αὐτοῖς ἡγεμονικὸν ἀπογεώσαντας πνεῦμα καὶ πένθους ἀξίαν,
							ἣν εἶχον πάλαι, σωφροσύνην ποιήσαντας καὶ λογισμοὺς διαφθείραντας, οὓς πρὶν ἀφθόρους
							δοἐσῳζον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="54"><head>Klagel. Jerem. 2, 11.</head><lb n="15"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.11"><p>Δόξαν ἰδίαν φησὶν ὁ προφήτης θεοῦ τε ναὸν καὶ πατρίδος εὐσέβειαν. τῶν δὲ νηπίων τὴν
							ἔκλυσιν ὁ λιμὸς ἀπηργάζετο. εἴποις δ' ἂν ὑψηλότερον, ὡς οἰκειοῦται τῶν συγγενὼν κατὰ
							σάρκα τὰ πάθη κατὰ τὸ τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ;« τὰ κατὰ ψυχὴν ἐκείνων ἀναδεχόμενος
							δυσχερῆ, γνώσεως ἀληθοῦς μαρασμὸν καὶ <milestone unit="altnumbering" n="338"/>
							<lb n="20"/> φορὰν ἄστατον τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὰ γήϊνα καὶ στέρησιν τῆς ὑψούσης τὴν
							κεφαλὴν κατὰ τὸ » σὺ κύριε , ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν
							μου«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="55"><head>Klagel. Jerem. 2, 13.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.13"><p>Τὴν παντελῆ κακίαν ἐδήλωσεν, ὡς μηδεμίαν ἔχειν ἀρετῆς μαρτυρίαν <lb n="25"/> μηδὲ τὸν
							πλημμελήσαντα παραπλήσια. τί γὰρ ὅμοιον ἁμάρτημα τοῦ μακρὰν τοῦ θεοῦ καὶ μετὰ τὸ
							πλησιάζειν ἀφηνιάσαντος; »εἰ« γὰρ »μὴ ἠλθον« φησὶ »καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς. ἁμαρτίαν οὐχ
							εἶχον«. διὸ καὶ »ἐν τοῖς ἐγγίζουσί μοι ἀγιασθήσομαι«· ὅτι ὁ μὴ εἰδὼς τὸ θέλημα τοῦ
							κυρίου καὶ μὴ ποιῶν αὐτό, δαρήσεται ὀλίγας· ὁ δὲ εἰδὼς <note type="footnote">2 Vgl.
								Onom. sacra Ι, 174, 91: Βαβυλὼν σύγχυσις u. ö. — 18 II Kor. 11, 29. — 21 Psal. 3, 4.
								— 24 f. Vgl. Olymp. (Gh III, 96): τέ χρηστόν σοι προσμαρτυρήσω; ποίαν ἁμαρτίαν
								συγκρίνω πρὸς τὴν σήν; — 27 Joh. 15, 22. — 28 Lev. 10, 3. — Vgl. Luk. 12, 47.
								48.</note>
							<note type="footnote">1 ἀπόλλυνται Vat. gr. 1153/54 ἀπόλλυται clo Ι 6 μήτε ο | 11 ἣν]
								ἦν· ο | 15 τε ναὸν] τὸν λαὸν c | 16 ἀπηργάζετο c* ἀπειργάζετο c 1 ἀπηργάζεται ο | 22
								δόξα μου] &lt; C ι 26 καὶ] + τοῦ c Ι πληθοάζειν ο | ἀφηνιάσαντος c σαν in Ras.)
								ο.</note>
							<pb n="259"/> καὶ μὴ ποιῶν αὐτό, δαρήσεται πολλάς&lt;. ; τὸ οὖν τοσοῦτον πάθος, μὴ
							προφῆται θεραπεῦσαι δεδύνηνται, μόνου δεῖται θεοῦ. διὸ καὶ σάρκα πεφόρηκε, τῶν
							προφητῶν ὁμολογούντων ἀσθένειαν ἐν τῷ κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ὴμῶν;« ἔλεγε δὲ καὶ
							πρότερον Ἱερουσαλήμ· <lb n="5"/> »ἴδετε εἰ ἔστι πάθος κατὰ τὸ πάθος μου«. ὁ τοίνυν
							παίσας ἰάσεται αὐτὸς γὰρ ἀλγεῖν ποιεῖ καὶ πάλιν ἀποκαθίστησιν&lt;. τὸ τίς λαμβάνεται
							καὶ ἐπὶ τοῦ σπανίου καὶ ἐπὶ τοῦ μηδενός· οὐδεὶς γὰρ ἀνθρώπων ἰάσασθαι δύναται τὴν ὑπὸ
							θεοῦ ἐπαγομένην πληγήν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="56"><head>Klagel. Jerem. 2, 14.</head><lb n="10"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.14"><p>Προφητεία μάταιος ἡ μηδεμίαν ἔχουσα ἔκβασιν καὶ ἣν εἴδωλα παρασκευάζει τὰ μάταια. καὶ
							ἀφ' ἑαυτῶν δέ τινες προεφήτευον δῆθεν »ἔνεκεν δρακὸς κριθῆς καὶ κλάσματος ἄρτου« κατὰ
							τὸ γεγραμμένον· οἵτινες οὐκ ἵσασιν ἁμαρτίας ἐλέγχειν καὶ τῆς ὑπὸ δαιμόνων ἀνασῴζειν
							αἰχμαλωσίας, διὰ τῆς χρηστολογίας τὰς ψυχὰς διαστρέφοντες. <lb n="15"/> ὡς δὲ τῶν
							ἀληθῶν τὸ λῆμμα καὶ ὁ λόγος, ὅν ἐκ θεοῦ λαμβάνουσιν, πέφυκεν ἀληθὲς καὶ συνάπτει θεῷ,
							οὕτω τὸ τῶν δαιμόνων ψευδές τε καὶ μακρῦνον θεοῦ καὶ τῆς ἐκεὶθεν ῥοπῆς ἐξωθούμενον.
							ποῖα δὲ ἐξώσματα τὰ μὴ μάταια, καθάπερ ἐδείχθη, καὶ λήμματα; δῆλον οὖν ὡς τὰ πλάνης
							ἐξωθοῦντα καὶ προσάγοντα <lb n="20"/> τῷ θεῷ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="57"><head>Klagel. Jerem. 2, 16.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.16"><p>»Ὁ« γὰρ ἐχθρὸς »ἡμῶν διάβολος περιέρχεται ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίῃ« καὶ
							ὡς ὅφις ἐφ' ὴμᾶς ἀφιεὶς τὰ συρίγματα. πλὴν μὴ γένοιτο λέγειν αὐτὸν ὡς κατέπιον , μήτε
							καταλαβεῖν ἐν <lb n="25"/> ἡμῖν ἡμέραν ἥν ὁ συγκαίων ἥλιος ἀπεργάζεται· εἴρηται γάρ·
							»ἡμέρας ὁ ἤλιος οὐ συγκαύσει σε( ἡδοναῖς γὰρ καὶ θυμῷ συγκαίει καὶ τὴν πλάνην ὡς ὡς
							φῶς καὶ γνῶσιν παρέχεται. ψάλλοντες οὐν ἐροῦμεν· »εἰ μὴ ὅτι κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, , ἄρα
							ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς‘, καὶ τὸ »λαμπτὴρ δὲ ἀσεβῶν σβεσθήσεται«.</p></q><lb n="30"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="58"><head>Klagel. Jerem. 2, 17.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.17"><p>Οὐδέν, φησίν, ἐξ ἐαυτῶν<milestone unit="altnumbering" n="339"/> ἐποίησαν οἱ πολέμιοι·
							θεῷ γὰρ ἐδόκει καὶ γέγονεν. διόπερ ἔλεγε καὶ Ναβουζαρδάν· κύριος ὁ θεός σου <note type="footnote">4 Jes. 53, 1. — 5 Klagel. Jerem. 1, 12. — Vgl. Hiob 5, 18. — 12
								Ezech. 13, 19. — 22 I Pet. 5, 8. — 23 Vgl. Jer. 26, 22. — 25. Psal. 120, 6. — 28
								Psal. 123, 2. 3. — 29 Prov. 24, 20. — 31 Vgl. Psal. 33, 9? — 32 Jerem. 47, 2.
								3.</note>
							<note type="footnote">1 αὐτό] x003C; ο | τοσοῦτο ο | 10 ματαία c Ι ἔκβασιν ἔχουσα ο |
								17 ἐξωθοῦν Blass vgl. Ζ. 19 1 23 καταπίει c | 24 κατέπιεν Blass | 25 κατεργάζεται c
								| 26 ὁ] x003C; ο.</note>
							<pb n="260"/> ἐλάλησε τὰ κακὰ ταῦτα εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ ἐπήγαγε κύριος, ὅτι
							ἡμάρτετε αὐτῷ( πᾶς οὖν ἀπιστῶν τῇ κρίσει τῶν ῥημάτων τούτων ἀκούσεται. πάντες μὲν οὖν
							οἱ προφῆται ταῦτα προὔλεγον, ἐξ ἡμερῶν δὲ ἀρχαίων ὸ Μωσῆς ἐν τῷ Δευτερονομίῳ ταῦτα <lb n="5"/> προεμήνυσεν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="59"><head>Klagel. Jerem. 2, 18.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.18"><p>Ἔστιν ὄτε περιπαθεῖς ἡ γραφὴ τοὺς λόγους ποιεῖ καὶ τοῖς ἀναι- σθήτοις δίδωσιν
							αἴσθησιν, ἀλλομένους τε βουνοὺς εἰσάγουσα καὶ ὄρη σκιρτῶντα, καὶ βουνοὺς καὶ λίθους
							μαρτύρεται· ὅπερ ἐν τούτοις <lb n="10"/> ἀδύνατον, τοῦ τείχους ὑπὸ πολεμίων ἤδη
							καθῃρημένου. τεῖχος οὖν ἐνταῦθα βασιλεύς τε καὶ ἄρχοντες καὶ ὅσοι δυνάμει ταύτην
							περιτειχίζοντες, οὓς ἀξιοῖ χέειν μετανοίας ἀδιάλειπτα δάκρυα, ἂ τοῖς ὁρῶσι διὰ παντὸς
							προξενεῖ πεπτωκός. ταῦτα, φησίν, ὑπάρχει αὐτοῖς, καὶ εἰ μὴ πάλιν τὴν λύπην σημαίνει
							τῆς πάλαι φρουρούσης δυνάμεως, <lb n="15"/> ὑπερβολικῶς τοῦτο δηλῶν. »ἐν θλίψει δέ«,
							λέγει, »τοῦ κυρίου ἐμνήσθησαν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας«. τοῦτο τοίνυν ποιήσατε, φησί,
							νυκτὸς καὶ ἡμέρας δακρύοντες καὶ »ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε«· μηδὲ νῆψιν
							ἡγεῖσθε τὴν ἀπὸ τούτων ἀπαλλαγήν· μετάνοια γὰρ εἰς σωτηρίαν ἐστίν. νήφει δέ τις οὐκ
							ἀγαθῶν, ἀλλὰ χειρόνων <lb n="20"/> παυόμενος. τῷ δὲ νῷ συνάπτου διὰ παντὸς πρὸς
							Χριστόν, ὅπως σε φυλάξειεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί σοι τεῖχος γένηται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="60"><head>Klagel. Jerem. 2, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.19"><p>Προσεκτικὸν ἡ νύξ, συστρεφομένης ἐν αὐτῇ τῆς ψυχῆς ἐν τῇ τῶν αἰσθήσεων ἠρεμίᾳ. τότε
							κελεύει μελετᾶν ἐν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ <lb n="25"/> θεοῦ καὶ λέγειν μετὰ τοῦ Δαβίδ·
							»νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν, καὶ ἔσκαλλε τὸ πνεῦμά μου«. τῆς δὲ νυκτὸς εἰς
							τέσσαρας φυλακὰς διῃρημένης, λέγε μετὰ τοῦ Δαβίδ· »προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί
							μου«, καὶ μετὰ τοῦ Ἀμβακούμ· »ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου στήσομαι, καὶ ἀποσκοπεύσω, τί
							λαλήσει ἐν ἐμοὶ κύριος ὁ θεός‘. <note type="footnote">4 Vgl. Deut. 32, 20 ff. — 4 f.
								Vgl. Olymp. (Gli III, 104). — 8 f. Vgl. Psal. 113, 4 Jes. 55, 12. — 15 Jes. 26, 16?
								— 17 Psal. 4, 5. — 21 für ὁ ὀφθαλμός σου lesen κόρη ὀφθαλμοῦ σου QV Luc. vgl. Deut.
								32, 10. — 24 Vgl. Psal. 1, 2. — 25 Psal. 76, 7.-27 Psal. 76, 5. — 28 Hab. 2, 1
								(Psal. 84, 9).</note>
							<note type="footnote">3 μὲν] x003C; c | 10 ἥδη] &lt; c | 13 αὐτοῖς] αὐτοῦ ο | 14 καὶ]
								+ ὅρα Koetschau Ι 15 λέγων ο | 16 τῆς] x003C; ο | 18 ἡγεὶσθε c ε 2 in Ras.) ἡγεὶσθαι
								ο | 20/21 ὅπως ἄν σε φυλάξαιεν c Ι σὺ τεῖχος γενήσεται ο | 24 τοῦ] x003C; ο | 26
								ἕσκαλεν c | 27 τοῦ] x003C; ο | 28 τοῦ] x003C; C | 29 κύριος ὁ θεός] in Hss. der LXX
								nicht überliefert, wohl aus Psal. 84, 9 eingedrungen.</note>
							<pb n="261"/> τότε γὰρ ἐρεῖς· »ὅτι λαλήσει εἰρήνην ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ«. ἀδολέσχησον
							οὖν ἐν νυκτὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος· οὐ γάρ ἐστί σοι »ἡ πάλη πρὸς αἶμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ
							πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας«· »οὐκ οἶδας γάρ, πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται,
							ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου <lb n="5"/> ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωί· μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὑρήσει ὑμᾶς
							καθεύδοντας«. καὶ πάλιν· »εἰ γὰρ ᾔδεις ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησας ἄν
							καὶ οὐκ ἂν εἴαασας διορυγὴναι τὴν οἰκίαν σου«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="61"><head>Klagel. Jerem. 2, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.19"><p>Αρον πρὸς αὐτὸν χεῖράς σου διὰ τῆς τῶν καλῶν ἐργασίας. <lb n="10"/> οὐ περὶ τῶν
							τυχόντων ὁ ἀγών, δι' ἀπορίαν τοῦ θείου λόγου τῶν σῶν ἐκλειπόντων νηπίων,<milestone unit="altnumbering" n="340"/> καὶ ἱσταμένων ἐπ' ἀρχῆς πασῶν ἐξόδων, τῶν ἐντολῶν τοῦ
							θεοῦ, καὶ προβῆναι μὴ δυναμένων ἄνευ θεοῦ συνεργείας καὶ τοῦ στηρίζοντος ἅρτου
							καρδίαν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="62"><head>Klagel. Jerem. 2, 20.</head><lb n="15"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.20"><p>Τοῦ προφήτου παραινέσαντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπείσθη καὶ λέγει πρὸς τὸν θεόν· »μὴ
							ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ«, »ἐπίβλεψον ἐπ' ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με«, »μὴ τῷ θυμῷ
							σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύθῃς με«. μείζων ἀνθρωπίνης φύσεως ἡ πληγή. οἶδα
							παραβᾶσα τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐντῦθεν ἐπιτιμίοις <lb n="20"/> ἐν οἶς ἐστι καὶ τὸ »φαγῇ
							τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας σου, κρέα υἱῶν καὶ θυγατέρων σου«. ἐνόμιζον ἓως ἀπειλῆς εἶναι τὰ
							ῥήματα· κύριε, ὅτι »ὁ νόμος σου ἀλήθεια«. ἱερέως δὲ καὶ προφήτου σφαγὴν οὐκ ἐπυθόμην
							ἐν μέσῳ νεώ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="63"><head>Klagel. Jerem. 2, 21.</head><lb n="25"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.21"><p>Ἐπὶ γῆς ἦσαν ἐρριμμένοι πάντες οἱ δι' ἡλικίαν πρὸς τοὺς πόνους ἀδύνατοι, θέαμα λίαν
							ἐλεεινόν, ὡς καὶ νέων σφαγὴ καὶ παρθένων † εἴθε καὶ τούτων σφαγαὶ πρὶν εἰς ζωὴν
							πικροτέραν ἀπάγεσθαι. ἔξοδοι δὲ γῆς τὰ βιωτικὰ πράγματα, ἐν οἶς ἐκοιμήθησαν μὴ <note type="footnote">1 Psal. 84, 9.-2 Eph. 6, 12. — 4 Mark. 13, 35. — 6 Matth. 24, 43. —
								13 Vgl. Psal. 103, 15. — 16 Psal. 26, 9. — Psal. 24, 16. — 17 Psal. 6, 1. — 20 Deut.
								28, 53. — 22 Psal. 118, 142. — 25 Origenes las mit QLuc. u. a.: γῆν τῶν)
								ἐξόδων.</note>
							<note type="footnote">3 πρὸς 3] καἲ ο | 4 μεσονυκτίῳ c Ι 5 άλεκτρυοφωνίας ο | 15 Τοῦ]
								vorher τοῦ αὐτοῦ c Ι ἐπείσθη Vat. gr. 1153/54 ἐπήσθη c* ἐπίσθη c 1 0 | 20 ἔγγονα ο |
								23 ἐμμέσω C Ι ναῶ ο | 26 παρθένων] † αἰχμαλωσία Lietzmann nach LXX | 27 εἴθε] εἴγε?
								Koetschau.</note>
							<pb n="262"/> &gt;γρηγορήσαντες μηδὲ προσευξάμενοι&lt;, κλείσαντες δὲ καὶ ἀφροσύνην
							τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμούς. καὶ τίνες οὗτοι; εἰ μὲν παιδάρια, οὐ θαυμαστὸν ἄγαν. νυνὶ δὲ
							πρὸ τούτων οἱ δοκοῦντες προβεβηκέναι κατ' ἀρετὴν καὶ πᾶς δὲ τὴν ψυχὴν ἀδιάφθορος καὶ
								<lb n="5"/> δυνατὸς ἐν πολέμῳ γέγονεν ἐχθροῖς ὑποχείριος. σὺ σὺ ὡς ἀγαθὸς τὴν
							τοιαύτην αὐτῶν καταπαύεις ζωήν, καὶ κατατέμνεις πᾶσαν αὐτῶν σύστασιν τὴν ἐπὶ κακῷ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="64"><head>Klagel. Jerem. 2, 22.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.22"><p>Οἱ κύκλῳ μου, φησί, τὴν Ἰουδαίαν οἰκοῦντες τὴν εἰς ἐμὲ ἐορτὴν <lb n="10"/> ἐνόμιζον
							καταφυγήν, σωτηρίαν ἐντεῦθεν ἐλπίζοντες· ὡν οὐδεὶς ὑπολέλειπται διὰ τὴν σὴν αὐτοῖς
							ἐπενεχθεῖσαν ὀργήν. δι΄ ὡν γὰρ ἥμαρτον, πολλοὶ καὶ δυνατοὶ γεγόνασιν οἱ ἐχθροί.</p></q></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>