<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1:41-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1:41-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="41"><head>Jerem. 28, 25. 26.</head><lb n="15"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:28.25-28.26"><p><milestone unit="altref" n="118"/> Ὄρος τὴν Βαβυλῶνα διὰ τὸ τῆς βασιλείας ὕψος καλεῖ·
							ὅπερ ἦν ἐξ εἰδωλολατρείς καὶ τῶν ἀδίκων ἔργων, δι᾿ὧν διέφθειρε τοὺς ἄλλους,
							διεφθαρμένον. ἦν δὲ καὶ ἐφ᾿ ὕψους ἡ πόλις διὰ τὸν παρακείμενον ποταμόν, ἐξ οὗ τινες
							ἀναβαθμοὶ πρὸς τὴν πόλιν ἀνέφερον, διμερῆ τε οὖσαν καὶ ἐξ ἑκατέρας ὄχθης παρακειμένην
								<lb n="20"/> τῷ ποταμῷ, πρὸς τῷ καὶ εἶνα τὰ τείχη τῆς πόλεως ὑψηλότατα. χεῖρα δέ,
							τὴν τιμωρητικὴν δύναμιν τὴν τῆς ἰδίας αὐτὴν ὡς ἐκ πετρῶν τινον καθαιροῦσαν ἀσφαλείας
							τε καὶ ργουρᾶς. εἰς ἄχρηστον δὲ καὶ τοὺς λίθους αὐτῆς διὰ τὸ πῦρ ἀφανίζουσαν, ὡς μὴ
							συνίστασθαι λίθον πρὸς στερροτέραν οἰκοδομίαν. ἀναγωγῆς δὲ λόγῳ καὶ <lb n="25"/> ὀ
							διάβολος ὄρος ὠνόμασται, ὡς ἐν τῷ Ζαχαρίᾳ· »τίς εἶ σύ, τὸ ὄρος τὸ μέγα τὸ πρὸ προσώπου
							Ζοροβάβελ;« καὶ περὶ τοῦ ἔχοντος &gt;κωρὸν καὶ ἄλαλον&lt; δαιμόνιον ἔλεγεν ὁ σωτήρ·
							»ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ· μετάβηθι, καὶ
							μεταβήσεται«. ὄρος οὖν ὁ διάβολος ἀπὸ τῆς ἰδίας διεφθαρμένον κακίας καὶ διαφθεῖρον <lb n="30"/> τοὺς ὅσοι φρονοῦσι τὰ γήϊνα.</p></q><note type="footnote">2 Habak. 1, 16. – 6 Vgl. 1 Tim. 4, 6. – 7 Vgl. Matth. 13, 25–8 Vgl.
						Gen. 3, 18. – 9 Vgl. Matth. 13, 22| Par. – 10 Vgl. Eph. 6, 12.– 12 Vgl. Jerem. 28, 10.–
						15 ff. Vgl. Olymp. (Gh II, 911): αἰσθητῶς μὲν τὸν Ναβουχοδονόσορ, πρὸς δὲ διάνοιαν τὸν
						σατανᾶν. — 17 ff. Vgl. Fragm. XLIV (121) u. Herodot. I, 186. – 22 ff. Vgl. S. 14, 11 f.
						– 24 f. Vgl. S. 98, 14.–25 Sachar. 4, 7. – 26 Vgl. Mark. 9, 25. – 27 Math. 17,
						20.</note><note type="footnote">3 τε]γε Koetschau | 4 Ἑστιακάς] ἑστιατικάς co | 5 Πυθίας] πυθείας
						co| ἄλλας ο ἄλλως e | 6 κακὴ διδασκαλία ο καὶ διδασκάλια c | 11 πρὸς] καὶ c | 12
						ἀναγγείλομεν ο |16 εἰδωλολατρίας ο | 20 τῷ] τὸ c | 21 αὐτὴν c* o αὐτῆς ccorr. | 22
						τινῶν]&lt;e | 25 ὁ übergesch. e 1.</note><pb n="220"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="42"><head>Jerem. 28, 27.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:28.27"><p><milestone unit="altref" n="119"/> Τὸ ἁγιάσατε ἔθνη ἀντὶ τοῦ ἀφορίσατε· ἁγιασμὸς γὰρ
							ἡ θεοῦ ὑπηρεσία, κἂν ᾖ τιμωρητική καὶ βέβηλος ὁ πρὸς ταύτην ἀφωρισμένος· ὁποῖος ἦν ὁ
							Κῦρος, πρὸς ὅν φησι διὰ Ἡσαΐου· »σὺ δὲ <lb n="5"/> οὐκ ἔγνως με«. τινὰ δὲ τῶν
								<add>κατὰ</add> Βαβυλξῶνος στρατευσάντων ἐκάλεσεν ἔθνη, ἐν οἷς Ἀραρὰτ τοὺς Ἀρμενίους
							καλεῖ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="43"><head>Jerem. 28, 29.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:28.29"><p><milestone unit="altref" n="120"/> Ἐσείσθη δὲ ἡ γῆ, τῶν ἐπ᾿ αὐτῆς ἀνθρώπων ἐν τοῖς
							προάγουσι χρόνοις παγίως ἱδρυμένων καὶ βεβαιότητα ἐχόντων ἐν αἷς <lb n="10"/> ἦσαν
							δυναστείαις <milestone unit="altnumbering" n="320"/> τε καὶ βασιλείαις, τὰ δὲ νῦν
							μεταβλὴν πονηρὰν καὶ ἐπώδυνον δεχομένων τὴν ἐρημίαν. καὶ πᾶσα δὲ διάνοια Βαβυλωνίαν
							γῆν ἐσχηκυῖα ἐκ τῆς πρὸς τὴν τοιαύτην ἀσέβειαν καὶ Σύγχυσιν προσπαθείας σειομένη
							ἐποβάλλει τὴν τοιαύτην διάθεσιν ἐπὶ τῷ πνευματικὴν καὶ ἐπουράνιον ἕξιν ἀναλαβεῖν.</p></q><lb n="15"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="44"><head>Jerem. 28, 30—33.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:28.30-28.33"><p><milestone unit="altref" n="121"/> Θεὸς γὰρ ἦν ὁ τοῦτο ποιῶν, ὁ καὶ διὰ Ἡσαΐου πρὸς
							Κῦρον εἰπών· »ἐγὼ δὲ ἔμπροσθέν σου πορεύσομαι καὶ ὄρη ὁμαλιῶ, θύρας χαλκᾶς συντρίψω
							καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνθλάσω«. καὶ παρὰ τοῖς ἔξω γὰρ τοιαύτας ἔχειν ἱστόρηται πύλας ἡ
							Βαβυλών, καὶ ἐκ τῶν εἰς <lb n="20"/> τὸν ποταμὸν μέσον ὄντα καταβάσεων ἑαλωκέναι,
							μέρους ἑκατέρου συναπτομένου γεφύραις παρὰ τὰς ἀναγούσας ἐπὶ τὴν πόλιν ἀνόδους, πρὸς
							ἑκάτερον μέρος διῃρημένης τῆς πόλεως. καί φησιν ἡ ἱστορία, ὡς τῶν παρ᾿ ἔσχατα τῆς
							πόλεως ἁλισκομένων οἱ ἄλλοι πανήγυριν ἄγοντες διὰ τὸ μέγεθος τῆς πόλεως οὐκ ᾐσθάνοντο,
							ὅτε ὡς εἰκός, <lb n="25"/> τῶν μὲν εἰς ἀγγελίαν τρεχόντων, τῶν δὲ λοιπῶν ἐκ ταύτης
							ὑποστρεφόντων θορύβου πλήρη τὴν πόλιν ὑπάρχειν. συστήματα δὲ νῦν τὰς οἰκίας ἔοικε
							λέγειν· τῇ γὰρ συνεχείᾳ πρὸς ἀλλήλας συνίσταντο. διὸ ἐπιφέρει· οἱ οἶκοι βασιλέως
							Βαβυλῶνος καὶ τὰ ἑξῆς· ἢγουν ἀπὸ τῶν ἐν ἀυτοῖς συνισταμένων τὰ φρούρια.</p></q><note type="footnote">4 Jes. 45, 4.—6 Vgl. Olymp. (Gh II, 911): τῆς Ἀρμενίας ὄρη|τὰ
						Ἀραράτ.—12 Vgl. Onom. sacra I, 174, 91 u. ö.—17 Jes. 45, 2. — 18 ff. Vgl. Herodot. I,
						180. 186. 191.— 22 ff. Vgl. Herodot. I, 191: ὑπὸ δὲ μεγάθεος τῆς πόλιος, ὡς λέγεται ὑπὸ
						τῶν ταύτῃ οἰκημένων, τῶν περὶ τὰ ἔσχατα τῆς πόλιος ἑαλωκότων τοὺς τὸ μέσον οἰκέοντας τῶν
						Βαβυλωνίων οὐ μανθάνειν ἑαλωκότας, ἀλλὰ (τυχεῖν γάρ σφι ἐοῦσαν ὁρτὴν) χορεύειν τε
						τοῦτον| τὸν χρόνον καὶ ἐν εὐπαθείῃσι εἶναι. Vgl. Xenophon, Kyrop. 7, 5.</note><note type="footnote">3 ἡ] + τοῦ ο | ᾖ] ἡ ο | καὶ βέβηλος] βέβηλος γὰρ c | 4 ἦν] ὑπῆρχεν ο
						| 5 κατὰ] &lt; clo | 6 ἀραρὰτ c* w. e. sch. lo ἀραρὲτ c1 9 αἷς] οἷς ο | 13
						προσσυμπαθείας c | 14 τῷ] τὸ c | 18 συνκλάσω o | 19 γὰρ u. ἔχειν übergesch. c1 | 20
						ὄντων c | 22 διηρημένης 1 διηρημένας co | 28 Βαβυλῶνος] &lt; ο.</note><pb n="221"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="45"><head>Jerem. 31, 12—17.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:31.12-31.17"><p><milestone unit="altref" n="122"/> Τὸ κλινοῦσιν αὐτὸν καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ λεπτυνοῦσι
								<lb n="312"/> Σύμμαχος ἔφη· καὶ σειρώσουσιν αὐτὸν καὶ τὰ σκεύη σὐτοῦ ἐκκενώσουσιν.
							ἐνέμεινε γὰρ τῇ τροπῇ τοῦ οἴνου, δηλῶν ὡς τῶν <lb n="5"/> ἀγαθῶν κενωθήσιν. οὐκ ἀγαθὴ
							τοίνυν ἡ εὐθηνία τοῖς ἀλαζόσιν, ὡς οὐδὲ τῷ ἐν ᾅδῃ πλουσίῳ, δι᾿ ἣν ἐκολάζετο. τὰ δὲ
							κεράσματα ὡς ἐπὶ οἴνου ῥηθέντα, Ἀκύλας ἐξέδωκεν κέρατα, ὅπερ ἀρχαῖον ποτηρίου
							ἐτύγχανεν εἶδος (κέρασι γὰρ ἔπινον), ὅθεν καὶ τὸ κεράσαι λέγειν παρέμεινεν. ἀγγεῖα μὲν
							οὖν αἱ πόλεις, τὰ δὲ ἔνδον ἄνθρωποί <lb n="10"/> τε καὶ πλοῦτος· ὡς τοὺς μὲν ἀπήγαγον,
							τὰς δὲ ἐνέπρησαν. καταισχύνει δὲ τὰς ἐπὶ δαίμοσιν ἐλπίδας ἡ συμφορά· »ἡ δὲ« ἐπὶ θεὸν
							»ἐλπὶς οὐ καταικχύνει«. ἐν δὲ τῇ Βαιθὴλ ἔστησε τὰς δαμάλεις ὁ Ἱεροβοὰμ ἐν τῇ Σαμαρείᾳ.
							οὐχ ὁ λέγων δὲ ἰσχυρὸς εἶναι σῴζεται. »οὐ« γὰρ »σῴζεται βασιλεὺς διὰ πολλὴν δύναμιν«.
							ἡμέρα <lb n="15"/> δὲ Μωὰβ τῆς κολάσως ὁ καιρός, πονηρία δὲ τὰ καταληψόμενα τοῦτον
							ἐπίπονα. ἀξιοῖ δὲ τοὺς κύκλῳ πάντας ἐπεμβαίνειν αὐτῷ· τοῦτο γὰρ τὸ κινήσατε, δηλονότι
							πρὸς αἰσχύνην καὶ λύπηβν, »ὑπερηφάνοις γὰρ ὁ θεὸς ἀντιτάσσετι«·</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="46"><head>Jerem. 31, 25.</head><lb n="20"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:31.25"><p><milestone unit="altref" n="123"/> Ἐπιχείριον ἢ τὸ σκῆπτρον παρίστησιν ἢ τοὺς ὑπὸ τὴν
							ἀρχὴν ἢ τοὺς μισθωτούς· ἐπίχειρα γὰρ ὁ μισθός.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="47"><head>Jerem. 31, 26—28.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:31.26-31.28"><p><milestone unit="altref" n="124"/> Ἐπικροτήσει ταῖς ερσίν, αἶς ἐπιχαίρων τῷ Ἰσραὴλ
							καὶ κατὰ θεοῦ θρασυνόμενος ἐπιεκρότει. οἱ δὲ »τοῖς ὀχυρώμασι πεποιθότες« <lb n="25"/>
							τῶν πόλεων, ταύτας ἀφέντες ἐν πέτραις ᾢκουν παρακειμέναις ταἰς φάραυξιν, μιμούμενοι
							περιστερὰς κατὰ τὴν ἀσέλγειαν καὶ κατὰ τὴν ἄνοιαν. ἐμφωλεύουσι γὰρ ἔσθ᾿ ὅτε τόποις, ἐξ
							ὧν οἱ <note type="footnote">3 Vgl. Hexapa. — 4 Vgl. Olymp. (Gh II, 838): ἐνέμενινε τᾖ
								τροπῇ, φησὶ δὲσἰχμαλωτίζοντας. —24 vgl. Jerem. 31, 7.</note>
							<note type="footnote">2 κλνουσιν ο | λεπτύνουσι ο |3 στρώσουσιν ο w. e. sch. | 4
								ἐκκένωσιν ο | τὰς]τὸν e | ἐνέπρησαν]+καὶ ο |9 ἀγγεῖα 1 ἀγγία co | 10 ὡς] ὧν Blass| +
								τοῦ ο |25 ᾦκουν] οὐκ᾿ οὖν ο.</note>
							<pb n="222"/> βουλόμενοι ῥᾳδίως ἀφαιροῦνται τοὺς νεοττούς. ἀσελγὴς δὲ καὶ
							ὁμαλιῶτελούμενος τῷ Βεελφεγὸρ καὶ ἄνους ὁ τοῖς ἀνωφελέσι καὶ ματαίοις εἰδώλοις
							προσκείμενος· ὁποῖος ἦν ὁ Μωάβ. »εἶπε« γὰρ »ἄφρων ἐνκαρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι θεός«, ἢ
							καθόλου ἄθεος ὢν ἢ τὸν ὄντως <lb n="5"/> ὄντα θεὸν μηδὲ εἶναι παντελῶς
							λογιζόμενος.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="48"><head>Jerem. 36, 4—6</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:36.4-36.6"><p><milestone unit="altref" n="125"/> Ἡ Ἱερουσαλήμ, καθὰ πολλάκις εἴρηται, εἰς τὴν
							ἐκκλησίαν <lb n="304"/> μεταλαμβάνεται, ἥτις ἐστὶ πόλις τοῦ θεοῦ οἰκοδομηθεῖσα ἐκ
							λίθων ζώντων, ἀφ᾿ ἧς τις ἁμαρτάνων ἐκβάλλετια παραδιδόμενος Ναβουχοδονόσορ, <lb n="10"/> τῷ σατανᾷ, λέγει γὰρ περὶ τοῦ πεπορνευκότος ὁ Παῦλος »παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ
							σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ κυρίου«· καὶ ἐν τῇ
							πρὸς Τιμόθεον πρώτῃ περὶ τῶν βλασφήμων· »οὓς παρέδωκα τῷ σατανᾷ, ἵνα παιδευθῶσι μὴ
							βλασφημεῖν«. ἴστω δὲ ὁ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐκβληθεὶς <lb n="15"/> ὡς, ἐὰν μὴ ποιήσῃ χρόνον
							αὐτάρκη πράττων ἔξω τῆς ἐκκησίας ἃ δεῖ, οὐκ ἐπάνεισιν <milestone unit="altnumbering" n="305"/> ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ. ἐκβάλλεται δέ τις ἁμαρτάνων, κἂν μὴ ὑπὸ ἀνθρώπων
							ἐκβληθῇ. δεῖ δὲ αὐτὸν ἔξω γεγονότα μὴ ἀμελεῖν τοῦ οἰκοδομεῖν οἰκίαν καὶ φυτεύειν
							παραδείσους. ταῦτα· γὰρ μὴ ποιῶν μηδὲ πληρώσας τὸν συμβολικὸν ἀριθμὸν »τῶν <lb n="20"/> ἐτῶν τῶν ἑβδομήκοντα« σαββάτου καὶ ἀναπαύσεως ὄντα, οὐκ ἐπάνεισι κοινωνήσων τῇ
							ἐκκλησίᾳ, μένει δὲ καταδεδικασμένος ἔξω λωσεν ὁ περὶ τῆς σοφίας εἰπών· »ταύτην ἐζήτησα
							νόμφην ἀγαγέσθαι ἐμαυτῷ, καὶ ἐραστὴς ἐγενόμην τοῦ κάλλους αὐτῆς«. δεῖ δὲ <lb n="25"/>
							ταύτης ἐρᾶν, ὥσπερ ἐν Παροιμίαις Σολομὼν εἰσηγήσατο φήσας· »ἐράσθητι αὐτῆς, καὶ
							τηρήσει σε«, καὶ »περιχαράκωσον αὐτήν, καὶ ὑψώσει σε«. καὶ ἄλλασ δὲ νόει παρὰ τὴν
							σοφίαν γυναῖκας τὰς λοιπάς ἀρετάς. οὕτω γὰρ ἐξέσται πολλὰς γυναῖκας λαβεῖν· ἐξ ὧν δεῖ
							τεκνοποι- <note type="footnote">1f. Vgl. Num. 25, 5.—3 Psal. 13, 1. —7 Vgl. Hom. 1, 3
								9, 2 18, 14. —7 ff. Vgl. Hier. Comm. 1042 (gl. TU NF 1, 3, 69ff.) —8 Vgl. 1 Petr. 2,
								5 — 11 I Kor. 5, 5. — 11 ff. Hom. 1, 3. — 13 I Tim. 1, 20.—17 ff, Vgl. Hier, Comm.
								1042.—19 Vgl. Jerem. 36, 10.—23 Weish. Sal. 8, 2.—25 Prov. 4, 6.—26 Prov. 4,
								8.</note>
							<note type="footnote">1 καὶ]&lt; ο||2 ὁ] καὶ c | 5 μηδὲ εἶναι] μὴ εἰδέναι c | 7 ἡ]&lt;
								c | 15 μὴ| μὲν clo | 16 ἐπάνεισιν 1 ἐπάνισιν co | 17 μὴ ὑπὸ ἀνθρώπων]ὑπὸ ἀνών ὑπὸ
								ἀνών μὴ ο |γεγνότα]+τοῦ c* (streicht c2 w. e. sch.) | 22 τῆς]τῆι ο |24 ἐναυτῷ ο
								|</note>
							<pb n="223"/> εῖν, ἀπὸ σοφίας λόγον σοφίας ὡς ὰν καὶ ἄλλους οἰκοδομήσῃς, ἀπὸ
							σωφροσύνης ἔργα σωφροσύνης ἵνα σώφρονας ποιήσῃς βίῳ καὶ λόγῳ, ἀπὸ δικαιοσύνης ἔργα
							δικαιοσύνης ἐν κοινωνίᾳ καὶ συναλλάγμασιν. ἀλλὰ καὶ δικαίους διδάσκων τεκνοπιήσεις ἀπὸ
							δικαιοσύνης, υἱοὺς <lb n="5"/> δὲ ποιήσας ἀπὸ τῶν υἱῶν καὶ θυγατέρας, υἱοὺς μὲν τὰ
							θεῖα γοήματα καὶ τὰ δόγματα, θυγατέρας δὲ τὰς πράξεις.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="49"><head>Jerem. 36, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:36.8"><p><milestone unit="altref" n="127"/> Ταραττομένης γὰρ Ἱερουσαλὴμ ἐπικειμένου τοῦ
							Βαβυλωνίου, οἷον εἰκὸς ἐπὶ προγνώσει κατέφευγον εἰδέναι βουλόγενοι. <lb n="10"/> ἀλλ᾿
							μὲν ψευδοπροφῆται ἐξ ἁγίου πνεύματος προλέγειν διϊσχυρίζοντο· τῶν δὲ ἄλλων οἱ μὲν
							μαντείας, οἱ δὲ πάλιν ἐνύπνια προὔφερον. διὰ τοῦτο δεῖ καθόλου πάσης ἀσεβοῦς
							προγνώσεως μὴἀνέχεσθαι· εἰ γὰρ ἀστέρες τυχὸν ἐνεργοῦσι, μάτην εὐχόμεθα. διό φησιν·
							&gt;εἴπωσιν οἱ ἀστρολόγοι τοῦ οὐρανοῦ, τί βουλεύεται κύριος <lb n="15"/> περὶ σοῦ&lt;,
							καὶ »οὐκ ἔσται οἰωνισμὸς ἐν Ἰακώβ, οὐδὲ μαντεία ἐν Ἰσραήλ«. γενοῦ τοίνυν ἄξιος θείας
							προγνώσεως. ἐπάγει γὰρ μετὰ τὸ »οὐκ ἔσται μαντεία ἐν Ἰσραήλ«· «κατὰ καιρὸν ῥηθήσεται
							τῷ Ἰακὼβ καὶ τῷ Ἰσραὴλ τί ἐπιτελέσει ὁ θεός«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="50"><head>Jerem. 36, 21.</head><lb n="20"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:36.21"><p><milestone unit="altref" n="128"/> τοιαῦτα πείσεται πᾶς τοιαῦτα πράσσων πρεσβύτερος
							ὑπὸ βασιλέως Βαβυλῶνος. εἰ γὰρ ὁ ἀναξίως [τις] μεταλαμβάνων εὐχαριστίας εἰς κρίμα
							λήψεται, πόσῳ μᾶλλον ὁ καθεζόμενος ἐν πρεσβυτερίω συνειδότι μεμιασμένος καὶ τὸ Χριστοῦ
							μολύνων συνέδριον; τίς γὰρ αὐτῷ συγκαθήμενος εὐλαβὴς λέγειν τολμήσει τὸ »οὐκ ἐκάθισα
								<lb n="25"/> μετὰ συνεδρίου ματαιότητος« καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις;</p></q><note type="footnote">4ff. Vgl. Hier. Comm. 1042: ut et fidei veritas, quae interpretatur
						in filiis, bonis operibus copuletur, quae referuntur ad filias.—14 Vgl. Jes. 47, 13. —15
						Num. 23, 23.—17 Num. 23, 23.—21 Vgl. I Kor. 11, 27. —24 Psal. 25, 4.</note><note type="footnote">3 δικαιοσύνης]δίκαια ο |σὺν αλάγμασι ο |6 νοήματα c1 a. R. o
						διδάγματα c* i. T. | 9 πρόγνωσιν? Blass | 10 διισχυρίζοντο] δὲ ἰσχυρίζοντο o | 12 τοῦτο
						δεῖ Gh τούτων δὲ clo | 13 τοιχὸν ἐναργοῦσιν c | εὐχόμεθα] καυχώμεθα c | 14 βούλεται c |
						16 Ἰσραήλ] ἐλημ o | 17 ἐν]&lt; 21 ἀνάξιος ο |εὐχαριστίαν c | 14 βούλεμιασμένος Blass
						μεμιασμένῳ co | τὸ]&lt;ο |24 εὐλαβῶς Koetschau.</note><pb n="224"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="51"><p>Jeem 37, 17. 18.</p><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:37.17-37.18"><p><milestone unit="altref" n="130"/> Εἴποις δ᾿ ἂν ὅτι καὶ τὴν ἰδίαν ἐπιδείκνυσιν
							ἀγαθότητα, δἰ ἣν καὶ τὴν ἀποτομίαν ἐπάγει τοῖς αὐτῆς ἐν χρείᾳ τυγχάνουσιν. διὸ μετὰ τὸ
							εἰς ἀλγεινὸν θεραπευθῆναι, οἰκοδομηθήσεταί <lb n="5"/> φησιν ἡ <milestone unit="altnumbering" n="306"/> πόλις ἐπὶ τὸ ὕψος αὐτῆς. ποῖον ὕψος; »οὐ δύναται πόλις
							κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη«· ὁποία ἐστὶν ἡ μηδὲν φρονοῦσα ταπεινὸν ἢ ἀνθρώπινον,
							ἡδονάς φησι καὶ πλοῦτον ἐν γῇ καὶ δοξάρία. &gt;συνηγέρθη γὰρ τῷ Χριστῷ καὶ τὰ ἄνω
							ζητεῖ&lt;. ταῦτά σου ποιοῦντος &gt;οἰκοδομηθήσεται ἡ πόλις σου ἐπὶ τὸ ὕψος
							αὐτῆς&lt;.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="52"><head>Jerem. 37, 21b. 23. 24.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:37.21-37.24"><p><milestone unit="altref" n="131"/> Ὡς ἐπὶ σπανίου φησίν.</p><p>Ἔθος δὲ τῇ γραφῇ μετὰ τὰ πικρὰ λέγειν φιλάνθρωπα πρὸς</p><note type="footnote">3 vgl. Röm. 11, 22. — 5 Matth. 5, 14. Vgl. Hier. Comm. 1057.—8
							Vgl. Matth. 6, 19?—Vgl. Kol. 3, 1.—12ff. Vgl. S. 14, 5 15, 8.</note><note type="footnote">1 Vorher in co folgendes Fragment zu Jerem. 36, 22. 23 (Vgl. ep.
							ad Afric. 7, 8 Hier. Comm. 1047. 1048. Olymp. (Gh II, 647): οὗτοι λέγονται οἱ κατὰ
							Σωσάνναν πρεσβύτεροι):</note><p><milestone unit="altref" n="129"/> Ὠριγένους ἐκ τῆς πρὸς Ἀφρικανὸν ἐπιστολῆς περὶ
							Σωσάννας (σουσαννας ο).</p><p>Μέμνημαι (μέμνηται ο) δὲ φιλομαθεῖ Ἑβραίῳ χρηματίζοντι παρ᾿ αὐτοῖς σοφῷ (σοφοῦ ο,
							lies σοφοῦ <add>υἱῷ</add>?) συμμίξας περὶ πλειόνων· ἀφ᾿ οὐ ὡς μὴ (ὡς μὴ &lt; c)
							ἀθετουμένης τῆς περὶ Σωσάννας (σουσάννας ο) ἱστορίας ἐμάνθανον καὶ τὰ τῶν πρεσβυτέρων
							ὀνόματα ὡς παρὰ τῷ Ἱερεμίᾳ κείμενα, τοῦτον ἔχοντα τὸν τρόπον· »ποιήσαι σε κύριος ὡς
							Σεδεκίαν ἐποίησε καὶ ὡς Ἀχιάβ, οὓς ἀπετηγάνισε βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐν πυρί, δι᾿ ἢν
							ἐποίησαν ἀνομίαν Ἱερουσαλήμ (ἐν ἐῆλ c) (Jer. 36, 22. 23).</p><lg><l>Καὶ μετ᾿ ὀλίγα·</l></lg><p>Καὶ ἕτερον δὲ οἶδα Εβραῖον περὶ τῶν πρεσβυτέρων τούτων τοιαίτας παραδόσεις φέροντα,
							ὅτι τοῖς ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ ἐλπίζουσι διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπῖ ἐλευθερωθήσεσθαι ἀπὸ τῆς
							(+ὑπὸ ο) τοῦ ἐχθροῦ (τοῖς ἐχθροῖς ο) δουλείας προσεποιῦντο οἱ πρεσβύτεροι οὖτοι ὡς
							εἰδότες τὰ περὶ Χριστοῦ σαφηνίζειν, ἑν ἀποροήτῳ δῆθεν ἔφασκεν, ὡς ἄρα δέδοται αὐτῷ τοῦ
							(&lt;ο) θεοῦ σπεῖραι τὸν Χριτσόν. εἶτ᾿ (εἶτα ο) ἀπατωμένη τῇ ἐλπίδι τοῦ γεννῆσαι τὸν
							Χριστὸν ἡ γυνὴ ἐπεδίδου ἑαυτὴν τῷ ἀπατῶντι, καὶ οὕτως »ἐμοιχῶντο τὰς γυναῖκας τῶν
							πολιτῶν« (Jerem. 36, 23) οἱ πρεσβύτεροι Ἀχιὰβ καὶ Σεδεκίας. διὸ καλῶς ὑπὸ του Δανιὴλ ὁ
							μὲν εἴρηται &gt;πεπαλαιωμένος κακῶν ἡμερῶν (ἡμερῶν κακῶν ο)&lt; (Sus 52 LXX Θ΄) ὁ δὲ
							ἤκουσε τὸ »οὕτως ἐποιεῖτε ταῖς θυγατράσιν Ἰσραήλ« καὶ τὰ ἑξῆς (Sus. 57 LXX Θ΄). οὖτοι
							οὖν εἰσιν οἱ δύο περσβύτεροι οἱ Σωσάνναν (σουσάνυας ο) ψευδομαρτυρήσαντες.</p><note type="footnote">4 ἀλγεινὸν] ἀλγηρὸν ο |φησιν]1. γῇ καὶ] &lt;ο |8 Χριστῷ Ru θῶ
							co.</note><pb n="225"/><p>παραμυθίαν καὶ μετὰ τὰ χρηστὰ πάλιν πικρότερα, ἵνα μὴ »τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος«
							τοῦ θεοῦ καταφρονήσαντες θησαυρίσωσιν ἑαυτοῖς »ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς«. διό φησιν·
							&gt;ἐὰν ἔλθῃ ἡ ὀργή, οὐκ ἀποστήσεται, ἐὰν μὴ δράσειεν ἃ θέλῃ θεός&lt;. θέλει δὲ ὁ
							θεός, καὶ <lb n="5"/> ὀργὴ γίνεται, ἵνα γένηται ἃ θέλει θεός. ἐὰν γάρ τις μὴ θέλῃ
							γενέσθαι ἐν τῷ θελήματι τοῦ θεοῦ λόγου, ἀπολύεται ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ ὀργήμὴ δεηθῶμεν οὖν
							παιδευούσης ὀργῆς ἢ θυμοῦ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="53"><head>Jerem. 38, 9.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.9"><p><milestone unit="altref" n="132"/> Οὐ γὰρ δι᾿ ἐρήμου, καθάπερ πρόσθεν, ἀλλὰ διὰ τῆς
							νομίμου <lb n="10"/> καὶ οἰκουμένης. καὶ τροπικῶς δὲ ἐν παρακλήσει, ὅτι »μακάριοι οἱ
							πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="54"><head>Jerem. 38, 10. 11.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.10-38.11"><p><milestone unit="altref" n="133"/> Νῆσοι μακρὰν αἱ κλυδωνιζόμεναι πρὸς τῶν τοῦ βίου
							κυμάτων, αἳ μακράν εἰσιν ἀληθείας πρὶν ἐπὶ τὴν σωτηρίαν ἐλθε[ν. <lb n="15"/>
							ἐλυτρώσατο δὲ τὸν Ἰακὼβ ὁ θεός· »ἀφῄρηται« γὰρ »ὁ ζυγὸς ὁ ἐπ᾿ αὐτῶν κείμενος, καὶ ἡ
							ῥάβδος ἡ ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῶν«, καθά φησιν Ἡσαΐας. δηλοῖ δὲ καὶ ὅτι αὐτὸς τῆς
							διαβολικῆς ἡμᾶς ἐξουσίας ἐρρύσατο. τί γὰγ ἂν ἐδυνάμεθα πρὸς τὸν εἰπόντα τά τε ἄλλα καὶ
							τὸ »τὴν οἰκουμένην ὅλην λήψομαι τῇ χειρὶ ὡς νοσσιάν«; πρὸς ὃν <lb n="20"/> διὰ Χριστοῦ
							φαμεν· »ποῦ σου θάνττε τὸ νῖκος; ποῦ σου ᾅδη τὸ κέντρον«;</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="55"><head>Jerem. 38, 16.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.16"><p><milestone unit="altref" n="134"/> Τοῖς ἀξίοις μακαρισμοῦ κλαίουσι λεγέσθω τὸ
							διαλειπέτω ἡ φωνή σου ἀπὸ κλαυθμοῦ, τοῖς λέγουσιν ἐν ἁγίᾳ πνεύματι· <lb n="25"/> »ἐπὶ
							τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν, καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς
							Σιών«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="56"><head>Jerem. 38, 16—18.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.16-38.18"><p><milestone unit="altref" n="135"/> Γέγραπται καὶ ἐν τῷ Βαρούχ· »τί ὅτι ἐν γῇ τῶν
							ἐχθρῶν εἶ; συνεμιάνθης τοῖς νεκροῖς«. ὅταν μὲν γὰρ δίκαιοι ἐπιβαίνωσι, γῆ <note type="footnote">1ff. Vgl. Röm. 2, 4. 5. — 3 Vgl. Jerem. 23, 20. — 9 Vgl. Jes. 40, 3?
								— 10 Matth. 5, 4. — 15 Jes. 9, 4. — 17ff. Vgl. Hier. Comm. 1062: ostenduntur
								fortiores adversariae potestates natura fragilitatis humanae. — 19 Jes. 10, 14 — 20
								I Kor. 15, 55. — 23 Vgl. Luk. 6, 21. — 25 Psal. 136,1. — 28 Baruch 3, 10.</note>
							<note type="footnote">1 πάλιν] λέγειν c | 5 ὃ ο | 16 αὐτῶν1] αὐτὸν c | αὐτῶν2]αὐτοῦ c
								| 17 φησὶν] + ὁ προφήτης ο | καὶ ὅτι] ὅτι καὶ c | ἡμᾶς] μὲν ο | 18 ἠδυνάμεθα ο | 28
								καὶ] 〈 c | 29 εἶ] + καὶ c | ἐπιβαίνουσιν c.</note>
							<pb n="226"/> ἁγίων ἐστίν· ἵταν δὲ πολλοὶ ἁμαρτωλοὶ ὦσι, γῆ τῶν ἐχθρῶν. οὕτω δέ,
							φησίν, ἐπιστρέψουσιν ὡς εἶναι μόνιμον τοῖς σοῖς τέκνοις τὸ ἐπιστρέψαι ἀπὸ γῆς ἐχθρῶν,
							τοῖς ὑπὸ σοῦ ὠφεληθεῖσι καὶ σοῖς καρποῖς. καῖ ἐν Ἐξόδῳ δὲ γέγραπται ὅτι »εἰσήκουσεν ὁ
								<lb n="5"/> θεὸς τοῦ λαοῦ, τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἔργων«· ὅμοιον τῷ ἐνταῦθα
							κειμένῳ, ἀλλ᾿ οὐ περὶ πάντων, <milestone unit="altnumbering" n="307"/> ἀλλὰ περὶ Ἐφρῒμ
							ὀδυρομένου. Ἐφραῒμ δὲ ἑρμηνεύεται Καρποφορία.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="57"><head>Jerem. 38, 18—20.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.18-38.20"><p><milestone unit="altref" n="136"/> Φωνῆς κλαθυμοῦ μετανοούντων ἀκούει ὁ θεός. διὰ τί
								<lb n="10"/> δὲ τὸν Ἐφραῒμ ὀδυρόμενον ἐφ᾿ ἁμαρτήμασιν εἶπεν; τῶν Βασιλειῶν τοίνυν Ἡ
							τρίτη δηλοῖ, ὡς πικρῶς αὐτῶν ἄρχοντος τοῦ Ῥοβοάμ, δέον αὐτοὺς καρτεροῦντας μὴ
							ἀποστῆναι, &gt;οὐκ ἔστιν ἡμῖν μερὶς ἐν Δαβὶδ&lt; ἀνεβόησαν, ὅτε Ἱεροβοὰμ τῶν
							ἀποστάντων ἡγήσατο, τῆς φυλῆς ὑπαρχων Ἐφρΐμ, ὅστις δαμάλεις ποιήσας ἀπέστησεν ἀπὸ τῆς
							τοῦ θεοῦ <lb n="15"/> λατρείας τὰς δέκα φυλάς. ἐφ᾿ οἷς εἰκότως μετανοοῦντες ὠδύροντο
							καὶ τῇ ἁλώσει παιδευθέντες ἐβόων· ἐπαίδευσάς με, κύριε, καὶ ἐπαιδεύθην. οἷα γάρ τις
							μόσχος ἀποσκιρτήσας τοῦ βουκολίου, τῆς σῆς ἀπέστην νομῆς, καὶ δέομαι τῆς σῆς βοηθείας.
							σοῦ γὰρ μὴ δυναμοῦντος, ἀτονῶ πρὸς ἐπιστροφήν· δέον δέ με μετανοεῖν πρὶν <lb n="20"/>
							ἁλῶ καὶ πειθαρχεῖν σου τοῖς προφήταις, μετὰ τὴν ἅλωσιν μετενόησα. γνοὺς δὲ στενάζει·
							πῶς γὰρ ἄν τις ἀγνοῶν ὡς ἁμαρτάνει στενάξειεν, ἄξια πράξας αἰσχύνης ἐν ἀμαρτήμασιν καὶ
							μάλιστα ταῖς ἀσελγείαις; τοσοῦτον δὲ μετενόησα, ὡς ἄλλοις ὑποδεῖξαί σε. μεγάλη τοῦ
							Ἐφρῒμ ἡ μετάνοια, ὥστε τὸν θεὸν ἀναλαβεῖν ἐκ <lb n="25"/> στόματος αὐτοῦ τοὺς λόγους
							τῆς ἐξομολογήσεως, αὐτὸν δὲ ἀκοῦσαι φωνῆς τῆς λεγούσης· ἐκ νεότητός μου υἰὸς ἀγαπητὸς
							εἶ, Ἐφραΐμ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="58"><head>Jerem. 38, 23. 24.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.23-38.24."><p><milestone unit="altref" n="137"/> Πάντας ἀνθρώπους εἶχε Ναβουχοδονόσορ τις Ἀσσύριος,
							ἀφ᾿ οὗ Χριστὸς ἡμᾶς ἐλυτρώσατο. διὸ Ματθαῖος ἐξ Ἡσαΐου φησίν· <note type="footnote">4
								Exod. 2, 24. 23. — 7 Vgl. Onom. sacra I, 164, 67: Εφραιμ καρποφορία κτλ., u. ö. —
								9ff. Vgl. Hier. Comm. 1066, — 12 Vgl. I Kön. 12, 24t.— 14 Vgl. I Kön. 12, 28. — 18f.
								Vgl. Hier. Comm. 1066: Ergo idipsum quod agimus poenitentiam, nisi Dei nitamur
								auxilio, implere non possumus etc. — 23 Vgl. Hier. Comm. 1066: ut etiam aliis
								ignorantibus Deum ostenderit.</note>
							<note type="footnote">1 ὦσι] εἰσι clo | 4 δὲ] 〈 c | 9 ὁ] 〈 ο | 15 ὠδύροντο c1 a. R. o
								ὠδυνῶντο c* | 20/21 μετενόησ ἄπνους ο [sic] | 21 ἁμαρτάνει] ἁμαρτάνων ο | 26 μου]
								μοι c | 28 εἶχε] ἔχειν ο + ὁ διάβολος οἷα 1 | 29 μαθαῖος ο.</note>
							<pb n="227"/> »κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν«· οὐ γὰρ καθ’ἱστορίαν αἰχμαλώτοις ἐκήρυξεν.
							αὐτὸς δὲ καὶ τὸ δίκαιον καὶ ἅγιον ὄρος· ἀψύχῳ γὰρ πῶς ἄν ἁρμόσειεν; εἰ δὲ ἐν αὐτῷ
							ἐσμεν κατὰ τὸ »καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοί«, οἰκοδομήσωμεν ἐν τῷ δικαίῳ ὄρει. τοῦτο δὲ ποιεῖ τις
							ἐν Ἰουδαίᾳ <lb n="5"/> γενόμενος, ὅ ἑρμηνεύεται Ἐξομολογουμένη, τῷ θεῷ ἐξομολοηούμενος
							τὰς ἁμαρτίας καὶ εὐχαριστῶν· »λέγε« γὰρ »σὺ πρῶτος τὰς ἀνομίας σου, ἵνα δικαιωθῇς«.
							εἰσὶ γὰρ τινες πόλεις τοῦ θεοῦ καὶ οἰκοδομαὶ κἲ γεύργια αὐτοῦ· καὶ γὰρ ὁ Παῦλός φησι·
							»θεοῦ γεύργιον, θεοῦ οἰκοδομή ἐστε«. ἐν ᾦ γὰρ οἰκοδομεῖται τὰ παρὶ τοῦ θεοῦ μυστήρια
								<lb n="10"/> καὶ ἄρρητα δόγματα, ἐν τούτῳ ναός ἐστι τοῦ θεοῦ καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων,
							καὶ ὅλης οὗτος τῆς Ἰουδαίας μητρόπολις.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="59"><head>Jerem. 38,35. 37.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:38.35-38.37."><p><milestone unit="altref" n="138"/> Δοκεῖ τὸ οὐκ ἀποδοκιμῶ τὸν Ἰσραὴλ ἐναντίον εἶναι
							τῷ πρὸς αὐτοὺς λέγοντι· καὶ τὸ γένος Ἰσραὴλ παύσεται. μήποτε <lb n="15"/> τοίνυν τὂ
							μὲν περὶ τοῦ σαρκικοῦ λέλεκται, τὸ δὲ περὶ τοῦ δοκιμῶ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἑρμηνευταῖς
							οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ παρὰ τοῖς <milestone unit="altnumbering" n="308"/> Ἐβδομήκοντα.
							νοήσεις δὲ καὶ οὕτως, ὅτι νῦν μὲν ἀποδοκιμ[ν, ἐὰν δὲ ὑψωθῇ οὐκ ἀποδοκιμῶ.</p></q><lb n="20"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="60"><head>Jerem. 39, 7. 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:39.7-39.8"><p><milestone unit="altref" n="139"/> Ἐν φυλακῇ πάντες ἐσμέν, καὶ μάλιστα πειραζόμενοι.
							τότε κτᾶταί τις ἀγρόν, ἀλλ’ οὐ τῆς φυλακῆς ἐξελθών· ἡ δὲ κτῆσις βουλήματι θεοῦ τοῖς
							καλῶς ἀγωνιζομένοις. ἀδελφοὶ δὲ Χελκίας ὁ <lb n="25"/> ἀδελφῶν γὰρ πρᾶγμα καὶ εἰρήνη
							καὶ μερὶς καρπὸς δὲ τῆς μερίδος τοῦ θεοῦ Μετεωρισμὸς θεοῦ· οὕτω γὰρ Ἱερεμίας
							ἑρμηνεύεται. καρπὸς δὲ τῆς εἰρήνης Χάρις θεοῦ· τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ Ἀναμεήλ. οὐ- <note type="footnote">1 Luk. 4, 18 Jes. 61, 1.–3 Joh. 14, 20. –5 Vgl. Onom. sacra I, 193,
								13 203, 99: Ἰουδαία ἐξομολογουμένη. – 6 Jes. 43, 26. – 8 I Kor. 3, 9. – 22 ff. Vgl.
								Hier. θεμέλιος [l. θεοῦ μερίς. Vgl. a. a. O. I, 53, 27: Chelcia pars domini]. – 26
								Vgl. Onom. sacra I, 55, 16: Salom retribuens sive pacificus. – 27 Vgl. Onom. sacra
								I, 192, 91: Ἰερεμίας μετεωρισμὸς ὑψούμενος. – 28 Vgl. Onom. sacra I, 162, 25:
								Aναμεηλ χάρις θεοῦ κτλ.</note>
							<note type="footnote">1 και’ ο |5 γινόμενος c | ὅ] ἥ Ru | ἐξομολογουμένη, τῷ θεῷ vgl.
								Onom. sacra ἐξομολογουμένη τῷ θεῷ Ausgg. | 9 τοῦ] &lt;ο |13 δοκῖ κῶι ἀποδοκειμῶ ο |
								εἶναι] &lt; c | 16 ἡ οὐκ Ru (vgl. Gh) που co | τῷ Gh τὸ c τὸ οὐκ ο | 17 παρὰ] περὶ c
								| 24 παῖδες ὄνετε] παιδεύοντες ο | 25 καὶ 1]ἡ ο|κελκίας c | 27 oὕτω γὰρ] οὕτως καὶ
								ο.</note>
							<pb n="228"/> κοῦν ἡ χάρις τοῦ θεοῦ εἰρήνης γέννημα τυγχάνουσα προσφέρει τῷ ἐν φυλακῇ
							προφήτῃ τὸν ἴδον ἀγρὸν κατὰ πρόσταγμα τοῦ θεοῦ.</p></q></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>