<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1:17-27</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1:17-27</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg010.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="17"><head>Jerem. 23, 23. 24.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:23.23-23.24."><p><milestone unit="altref" n="92"/> Διὰ τοῦτο οὐκ ἔλαθόν με εἰς πονηρίαν τὸν λαόν μου
							ὠθήσαντες. ὁ γὰρ καὶ προφήτῃ διδοὺς εἰδέναι τὰ πανταχοῦ, πολλῷ μᾶλλον οἶδεν αὐτό.
							»πνεῦμα« γὰρ »κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἰκουμένην«· <lb n="15"/> καὶ »ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ
								<milestone unit="altnumbering" n="302"/> κινούμεθα καὶ ἐσμέν«, ὡς ὁ Παῦλος πρὸς
							Ἀθηναίους ἔφη. τοιοῦτον καὶ τὸ οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ, λέγει κύριος;
							τῇ δυνάμει γὰρ αὐτοῦ πᾶσιν ἐγγίζει. καὶ εὐχαὶ ἄρα οὐχ ὡς πρὸς πόρρω ὄντα γίγνονται τὸν
							θεόν. καὶ περὶ τοῦ υἱοῦ δὲ λέγεται· »ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ <lb n="20"/> κόσμος δι᾿
							αὐτοῦ ἐγένετο«. αὐτὸς γὰρ ὁ καὶ λέγων· θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι· καὶ γὰρ ἔφησεν· »ὅπου
							δύο καὶ τρεῖς συνηγμένοι εἰσὶν εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, κἀγώ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν«, ὁ καὶ
							λέγων· »ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος«.</p></q><lb n="25"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="18"><head>Jerem. 23, 24.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:23.24."><p><milestone unit="altref" n="93"/> Ὡς γὰρ τῆς ἡμετέρας ψυχῆς οὐδὲν τοῦ σώματος ἔρημον,
							ἀλλ᾿ ὅπου αἴσθησις ἐκεῖ καὶ ψυχή, καὶ ἐπὶ πᾶν φθάνει τὸ σῶμα, οὕτως καὶ οὐδὲν κενὸν
							τοῦ θεοῦ. καὶ ὅμως πάντα πληρῶν οὐ πληροῖ τὸν ἁμαρτωλόν, πνευμάτων γὰρ ἀκαθάρτων
							πεπλήρωται· <note type="footnote">2 Vgl. Jerem. 23, 17. — 3 Psal. 6, 2. — 5 Vgl. Psal.
								6, 2b. — 12ff. Vgl. Chrysost. (Gh II, 574f.): ὅτι εἰς πονηρίας αὐτοὺς ὤθησαν, οἶδα.
								πόθεν οἶδα; παρὼν ἐγά εἰμι, πανταχοῦ πάρειμι. εἰ γὰρ τοῖς μὴ παροῦσι προφήταις
								δίδωσιν εἰδέναι τὰ πανταχοῦ πολλάκις, πολλῷ μᾶλλον αὐτὸς οἶδεν. Vgl. Sever. Antioch.
								ebenda. — 14 Weish. Sal. l, 7. — 15 Act. 17, 28. — 19 Joh. l, 10. — 21 Matth. 18,
								20. — 22 Matth. 28, 20.</note>
							<note type="footnote">1 ὡς] ὡ ο | 4 ποιήσει ο | δι᾿ ὃ] διὸ c l o | 5 ὡς] 〈 o |
								παιδεύσῃ Gh παιδεύσει c l o | 6 ἐγχρήματος ο | 7 ὂν] ὢν ο | 7/8 νοηθήσεταί φησι ο |
								8 περὶ1] μετὰ ο | τε] 〈 ο | 12 τὸν λαὸν εἰς πονηρίαν ὠηθήσαντες ο | 28 καὶ1] 〈 ο |
								ὕμως] + καὶ ο.</note>
							<pb n="207"/> καὶ τὸν τοιοῦτον ἀδύνατον ὑπὸ θεοῦ πληρωθῆναι, μὴ τῶν ἄλλων τῶν
							πληρούντων ἀπηλλαγμένον. τοὺς γὰρ ἀξίους πληροῖ ἐν οὐρανῷ τε καὶ γῇ. »τοῦ« γὰρ
							»κυρίου« οὐχὶ ἡ γῆ καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ, ἀλλ᾿ »ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς«, ὡς ὄντων ἐν
							αὐτῇ τινων <lb n="5"/> οἳ μὴ εἰσὶ πλήρωμα γῆς. πλήρωμα γὰρ τῆς γῆς οἱ πεπληρωμένοι ἀπὸ
							τοῦ εἰπόντος· οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ; λέγει κύριος.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="19"><head>Jerem. 23, 28. 29.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:23.28-23.29."><p><milestone unit="altref" n="94"/> Ἐπειδὴ καὶ οἱ ψευδοπροφῆται ἀπεχρῶντο τῷ »τάδε
							λέγει <lb n="10"/> κύριος«, τοὺς ἀληθεῖς προφήτας ὑποκρινόμενοι, ἔδει σημείων
							διαστελλόντων ἑκατέρους. ἦν μὲν οὖν, κατὰ τὸν ἀπόστολον, πνευμάτων διακρίσεως χάρισμα,
							καὶ ὁ τοῦτο ἔχων διέκρινε πνεύματα, τά τε θεῖα ὄντα καὶ τὰ πονηρά, καθάπερ
							ἀργυραμοιβὸς τὸ νόμισμα τὸ δόκιμόν τε καὶ κίβδηλον. χωρὶς δὲ τῆς καθολικῆς ἐπιστήμης
							καὶ τὸ <lb n="15"/> νῦν εἰρημένον ἀρκεῖ πρὸς διάκρισιν. ὁ γὰρ λόγος μου, φησίν, οὐ
							διάκενος καὶ τρόφιμος ἀλόγων, ἀλλ᾿ οἱονεὶ σῖτος καὶ λογικῶν τροφή.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="20"><head>Jerem. 23, 28. 29.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:23.28-23.29."><p><milestone unit="altref" n="95"/> Τί δὲ τὸ ἄχυρον πρὸς τὸν | σῖτον εἶπεν, ἀλλ᾿ οὐ
							πρὸς <lb n="20"/> κριθήν· παρέθηκε γὰρ ὁ κύριος ἄρτους, τοὺς μὲν κριθίνους τοῖς
							ἀλογωτέροις, τοὺς δὲ πυρίνους τοῖς λογικοῖς. διὸ καὶ νῦν οὐκ ἔφη· τί τὸ ἄχυρον πρὸς
							τὴν κριθήν, ἀλλὰ πρὸς τὸν σῖτον, τὴν λογικὴν ἀκριβῶς παραστήσας τροφήν. ἔστι δὲ καὶ
							ἄλλο σημεῖον, ὅτι οἱ λόγοι κυρίου ὡς πέλυξ κόπτων πέτραν. ὅταν ὁ ἀκροατὴς <lb n="25"/>
							ἐλεγμενος καίηται ὥστε λέγειν· »οὐχὶ ἡ καρδία μου καιομένη ἦν ἐν ἐμοί«, πῦρ καὶ σῖτός
							ἐστιν ὁ λόγος· εἰ δὲ τέρπεται τῶν καθ᾿ Ἡδονὴν ἀκροώμενος, ἄχυρα. ἀλλὰ <add>καὶ</add>
							πέλυξ ἐστὶν ὁ τοῦ θεοῦ λόγος, οὐ ξύλα μόνον δυνατὸς ἀλλὰ καὶ πέτραν διελεῖν, οὐ τὴν·
							λόγος, Χριστὸν νοουμένην, ἀλλὰ <milestone unit="altnumbering" n="303"/> τὴν ἐναντίαν
							ἣν δεῖ τέμνεσθαι κατὰ τὸ <lb n="30"/> »συντριβήσονται πέτραι ἐνώπιον κυρίου«.</p></q><note type="footnote">3ff. Psal. 23, 1. — 9 Vgl. Jerem. 2, 2 u. ö. — 9 ff. Vgl. Olymp. (Gh
						II, 580). — 19ff. Vgl. Philo de sept. II, 294 M. Vgl. Hier. Comm. 1005. 1006. — 20 Vgl.
						Joh. 6, 9. 13. — 25 Luck. 24, 32. — 28 Vgl. I Kor. 10, 4. — 30 Judith 16, 15 ??</note><note type="footnote">2 ἀπηλλαγμένων o w. e sch. | 5 μὴ] μὲν clo | εἰσὶ] εἰσ ο }| πλήρωμα²
						—γῆς²] &lt; ο | 9 τῷ l τὸ co | 13 τὰ] &lt; ο | ἀργυρόμοιβος c | 19 Τί] anonym am Anfang
						d. Seite o | 20 κριθίνους 1 κριθήνους co | 24 κόπειν ο | ὅταν] ἐὰν ο | 25 ἦν καιομένη ο
						| 26 εἰ] ἡ c | τέρπεται l τέρπηται co 20 | 27 καὶ Blass Koetschau.</note><pb n="208"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="21"><head>Jerem. 23, 30.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:23.30."><p><milestone unit="altref" n="96"/> Ὥσπερ ὁ πριάμενος ἱμάτινο, εἰ τύχοι, παρ᾿ οὗ δεῖ,
							νομίμως ἔχει τοῦτο, ὁ δὲ κλέψας ἔχει μὲν ἀλλ᾿ οὐ δικαίως, οὕτω τῶν διδασκόντων ἀπὸ
							γραφῆς οἱ νόθῳ ψυχῇ καὶ κεκλκιδωμένῃ τὰ ῥήματα <lb n="5"/> φέροντες κλέπτουσι· περὶ ὧν
							λέγοιτ᾿ ἄν· »πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ κλέπται δἰσὶ καὶ λῃσταί, καὶ οὐκ ηκουσαν αὐτῶν
							τὰ πρόβατα«. τοιοῦτος Ὁ λόγῳ χρώμενος εὐαγγελικῷ, μὴ πίστει διακείμενος πρὸς αὐτὸν
							μηδὲ βιοὺς κατ᾿ αὐτόν, ἀλλοτρίᾳ δὲ προαιρέσει χρώμενος τῇ τοῦ λόγου ἀπαγγελίᾳ· κλέπτης
							γάρ ἐστι καὶ λεχθήσεται <lb n="10"/> πρὸς αὐτόν· » ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν
							κλέπτεις«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="22"><head>Jerem. 24, 1— 3.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:24.1-24.3."><p><milestone unit="altref" n="97"/> Ὅπερ ὁ κόσμος ὅλος, τοῦτο κατά τινα ἀναλογίαν ἐστὶ
							μόνος ὁ ἄνθρωπος. εὑρήσεις γὰρ τινὰ μὲν οὐρανὸν λεγόμενον, ὅταν φορῇ &gt; τὴν εἰκόνα
							τοῦ ἐπουρανίου&lt;, ἄλλον δὲ γῆν, ἐὰν ἔχῃ &gt;τὴν εἰκόνα τοῦ <lb n="15"/> χοϊκοῦ&lt;
							(τῷ γὰρ ἡμαρτηκότι λέλεκται· »γῆ εἶ«), ἄλλον ἔχοντα ποταμοὺς ἐν αὐτῷ &gt;ἁλλομένους
							εἰς ζωὴν αἰώνιον&lt;, ἐὰν ἔχῃ λόγους ποτιμωτάτους ὃν ἔπλασεν ὁ θεὸς ἐμπαίζειν
							αὐτῷ&lt;. καὶ κατὰ μέρος εὑρήσεις τὸν μὲν ἥλιον, τὸν δὲ σελήνην λεγόμενον καὶ ἀστέρας,
							ἐπεὶ <lb n="20"/> »οὕτως ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν«.</p><p>Καὶ μετ᾿ ἀλλίγα·</p><p>Νῦν δέ φησιν αὐτὸν ἡ παραβολὴ σῦκον εἶναι πονηρὸν λίαν· γλυκάζει μὲν γτὰρ αὐτὸν διὰ
							πεπάνσεως ἡ ἀρετή, ὡς εἶναι ψυχὴν ὅλην καὶ πνεῦμα καὶ σῶμα γλυκὺ τῆς ἐξ ἀρετῶν
							ποιότητος ἐντιθεμένης <lb n="25"/> αὐτῷ, ἡ δὲ πονηρία κακὸν αὐτὸν καὶ ἄβρωτον
							ἀπεργάζεται. ἀλλ᾿ ἐὰν μὲν σῦκα ζητῇ τις μὴ λίαν χρηστά, ἔξω ζητεῖ ταῦτα τῶν τῆς
							θεοσεβείας μυσστηρίων καὶ τοῦ ναοὺ τοῦ θεοῦ, ὤσπερ οὖν καὶ τὰ μὴ λίαν πονηρά. ἐὰν γὰρ
							ἔλθῃ ἐπὶ τῆν μαθητείαν αὐτήν, πρὸ προσώπου ναοῦ κυρίου ἐστὶ σὐκα ρηστὰ λίαν (αἷα
							ποιεῖν <note type="footnote">5 Joh. 10, 8. — 10 Röm. 2, 21. — 13 ff. Vgl. Heir. Comm.
								1010: Duos cophinos . . .quidam interpretantur in . . . . gehenna et regno coelorum.
								— 13 ff. Vgl. Hom. 8, 2. — 14 Vgl. I Kor. 15, 49. — 15 Gen. 3, 19. — 16 Joh. 4, 14.
								— 18 Vgl. Psal. 103, 26. — 18 f. Vgl. I Kor. 15, 41. — 20 I Kor. 15, 42.</note>
							<note type="footnote">3 ἔχει τοῦτο ABBREV c αὐτὸ κατέχει ο | 4 ψυχῆκεικληδωμένη c | 10
								κηρύσσον ο | 13 γὰρ] &lt;c | 20 οὕτως] l. οὕτω καὶ? | 22 σύκων εἶναι πονηρῶν c|
								σύκον (so stets) o | 23 ἡ] &lt; Ο 24 ἐξ] &lt; ο | 25 αὐτὸν Gh αὐτὸ co | 26 ζητῇ τις]
								ζητῆς ο | 27 θεοσεβείας c o1 a. R. θεογνωσίας ο* i. T. | 29 προσώπου] + τοῦ
								c.</note>
							<pb n="209"/> οἶδε Χριστὸς) ἢ πονηρά· οὐδὲ γὰρ τὸ ἔξω πονηρὸν σῦκον ἐξέβαλε τοὺς
							λόγους τοῦ θεοῦ εἰς τὰ ὀπίσω. περὶ τὸν ναὸν τοίνυν τοῦ θεοῦ καὶ τὰ θεῖα δόγματα δύο κ
							άλαθοι κεῖνται. καὶ οἶδεν ὁ ἐκλεγόμενος, πῶς ἕκαστον κατατάσσει, μὴ ἀνεχόμενος πονηροῦ
							σύκου <lb n="5"/> ποιότητα τοῖς λίαν ἐγκαταμῖξαι χηστοῖς (»μικρὰ«γὰρ »ζύμη ὅλον τὸ
							φύραμα ζυμοῖ«) οὐδὲ μὴ τοὐναντίον. καὶ τάχα ὁ κάλαθος τῶν σύκων τῶν πονηρῶν ἡ γέεννά
							ἐστι τοῦ αἰωνόυ πυρός, ὁ δὲ τῶν χρηστῶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.</p><p>Καὶ μετ᾿ ἀλίγα·</p><lb n="10"/><p>Ἀλλὰ πότε τοὺς καλαθους ὁ προφήτης ἑώρακεν; μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν, φησίν. ἐὰν γ]ρ ἴδῃς
							τὴν ἐπιδημάν τοῦ σωτῆρος καὶ τοῦ λαοῦ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀλλοτρίους φύσει
							καὶ ἔξω τὴς Ἱερουσαλὴμ <milestone unit="altnumbering" n="304"/> νῦν διὰ τὴν πίστιν τὴν
							εἰς θεὸν καὶ γλυκύτητα τῆς ἀληθείας γινομένους σὐκα χρηστά, ὄψει τὸν κάλαθον τῶν <lb n="15"/> χρηστῶν σύκων· ἐὰν δὲ τοὺς ἐκ περιτομῆς μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν ταύτην
							θεάσοιο, τῶν πονηρῶν ὄψει καὶ ἀβρώτων σύκων τὸν κάλαθον. οὐκ ἀρεκῖ δὲ χηρστὰ λίαν
							εἶναι τὰ σῦκα, ἀλλὰ καὶ τοῖς πρωΐμοις ὡμοιῶσθαι προσήκει· ὄψιμον γὰρ σῦκον οὐκ ἔστιν ᾧ
							παραβάλλεται ὁ σῳζόμενος.</p></q><lb n="20"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="23"><head>Jerem. 24, 6.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:24.6"><p><milestone unit="altref" n="98"/> Ὁ Χριστὸς οἰκοδόμος καὶ ἀραχιτέκτιων, περὶ οὗ ἐν
							προφήταις λέλεκται· »οὗτος οἰκοδομήσει τὴν πόλιν μου, καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοὺ μου
							ἐπιστρέψει«. φησὶν οὖν Ο κύριος· καὶ οἰκοδομήσω αὐτὸς κὰι οὐ μή καθελῶ. ἀγαθὸς γὰρ ὢν
							ὁ θεὸς <lb n="25"/> οἰκοδομήματά τινα καθαιρεῖ· δεὶ γὰρ τὴν ἐν ἡμῖν οἰκοδομὴν τῶν
							ἀκαθάρτων πνευμάτων καταλυθῆναι καὶ οὕτω ναὸν οἰκοδομηθῆναι θεῷ ἐξ ἀρετῶν τε καὶ
							δογμάτων ὀρθῶν, ἵνα καὶ ὀφθῇ ἡ δόξα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ. ἔστι δὲ καὶ γεωργὸς καταφυτεύων καὶ
							ἐγεκεντρίζων οὕς ἄξιον. φησὶ γὰρ ὁ σωτὴρ ὡς ῥίζα τοὺς κλάδους πάντας ἀνέχων· <lb n="30"/> »ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ὑμεῖς τὰ κλήματα, ὁ δὲ πατήρ μου ὁ γεργός
							ἐστιν. πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μένον και ποιοῦν καρπὸν καλόν, ὁ πατήρ μου καθαίρει ἵνα
							πλείονα καρπὸν φέρῃ· πᾶν δὲ <note type="footnote">5 I Kor. 5, 6. — 7 Vgl. Matth. 5, 22
								25, 41? — 11 Vgl. Olymp. (Gh II, 588): οἰκειότερον επὶ τῆς τοῦ χριστοῦ ἐλεθερίας
								(ἴσ. ἐλεύσεως) ωοήσεις τοῦτο. — 22 Jes. 45, 13. — 25 ff. Vgl. in Jerem. Hom. 1, 16.
								— 26 Vgl. Matth. 12, 43. 44?— 27 Vgl. Jes. 6, 1? — 28f. Vgl. Röm. 11, 17. 18. — 30
								Joh. 15, 1. 2. 5. 6. (vgl. Matth. 3, 10 7, 19 Luk. 3, 9).</note>
							<note type="footnote">4 κατατήσει ο | 10 ἑώρακεν] τεθέαται ο | 16 τὸν πονηρὸν ὄψη ο |
								18 ὁμοιῶσθαι ο | 25 καθαίρει ο | τὴν . . οἰκοδομὴν 1 τῆς . . οἰκοδομῆς co | 28 ἔστι
								c1o ἐπι c* ἔτι l | 31 ὁ c2l &lt; c*o.</note>
							<pb n="210"/> κλῆμα ἐν ἐμοὶ μένον μὴ φέρον δὲ καρπόν, ὁ πατήρ μου ἐκκόπτει καὶ εἰς πῦρ
							αὐτὸ βάλλει«. οὐκ ἐν ἐθνικοῖς, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς πιστοῖς ἐστι τὸ &gt;ἐν αὐτῷ μένον καὶ μὴ
							φέρον καρπόν&lt;· οἷός ἐστιν ὁ λέγων εἶναι πιστὸς καὶ πλημμελῶν ἐπ᾿ ἀδείας, ὅστις
							εἰκότως ἐκκόπτεται· <lb n="5"/> καθαίρει δὲ τὸ καρπὸν φέρον, ἵνα κἄν τι παρορᾷ ὡς
							ἄνθρωπος διορθώσειεν. </p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="24"><head>Jerem. 25, 14. </head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:25.14 "><p><milestone unit="altref" n="99"/> Ταύτην, ὡς ἐλέγομεν, οἱ μὲν Ἑβδομήκοντα τῶν κατὰ
							τῶν <lb n="312 "/> ἐθνῶν ὁράσεων προὔταξαν· οἱ δὲ Λοιποὶ τοὐναντίον. Αἰλὰμ δὲ ἔθνος
								<lb n="10"/> Ἀραβικὸν πρὸς τῇ ἐρυθρᾷ κείμενον θαλάσσῃ. </p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="25"><head>Jerem. 25, 14—16. </head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:25.14-25.16. "><p><milestone unit="altref" n="100"/> Ἐφρόνουν γὰρ ἐπὶ τοξείᾳ, μὴ μαθόντες ψάλλειν· »οὐ
							γὰρ ἐπὶ τὸ τόξον μου ἐλπιῶ, καὶ ἡ ῥομφαία μου οὐ σώσει με«. ἔθνη δὲ πανταχόθεν ἀπειλεῖ
							κινεῖν ἐπ᾿ αὐτόν, ὅθεν ἀνέμους ἐκ τῶν ὅθεν <lb n="15"/> ὡρμῶντο καλεῖ. <milestone unit="altnumbering" n="313"/>
							<milestone unit="altref" n="101"/> ἕκαστος ἡμῶν ἀναλόγως τῇ καταστάσει ᾒ Αἰλαμίτης
							ὁμωνύμως ἐστὶν ἢ Ἰδουμαῖος ἢ Μωαβίτης ἢ Αἰγύπτιος ἢ Ἰσραηλίτης. δυνατὸν δὲ μεταβάλλειν
							ἐξ ἑτέρου ἔθνους εἰς ἕτερον κρεῖττον ἢ χεῖρον· τὰ ψυχικὰ γὰρ ἔθνη μεταπίπτειν οἶδεν
							εἰς ἄλληλα. πλὴν ἕκαστος ἡμῶν ἀναλόγως οἷς ἐθησαύρισε πίεται τὸ τῆς <lb n="20"/> ὀργῆς
							κυρίου ποτήριον ἀκράτου ἢ κεκερασμένης· πάντες γὰρ ἡμάρτομεν πλέον ἢ ἔλαττον. ὡς δὲ
							Ἰσραὴλ ἐπώνυμος γέγονεν ᾧ πεποίηκεν, ἰσχύσας πρὸς τὸν θεὸν ἐν τῇ πάλῃ, οὕτω τινές εἰσι
							Παραβεβλημένοι Ψεκτοὶ Αἰλαμῖται· οὕτω γὰρ ἑρμηνεύονται. παραβάλλοννοῦν, <lb n="25"/>
							εἰς πάθη ἀτιμίας&lt; δηλοῖ δέ, τίνες οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἄνεμοι, καὶ Παῦλος εἰπών· »ἵνα
							μηκέτι ὦμεν κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ διδασκαλίας ἐν τῇ κυβίᾳ τῶν
							ἀνθρώπων, πρὸς τὴν μεθοδίαν τῆς πλάνης«. περιφέρεται δὲ παντὶ ἀνέμῳ ὁ Παρα- <note type="footnote">12 Psal. 42, 7. — 16/17 Vgl. Jerem. 25, 14 26, 2 29, 8 31, 1 37,4. —
								19ff. Vgl. Hom. 12, 2. — 20 Vgl. Psal. 74, 9 Jerem. 32, 1. — 21 Vgl. Gen. 32, 24.
								28. Vgl. Philo de migr. Abr. I, 467 M: παλαίοντος γὰρ καὶ κονιομένου καὶ
								πτερνίζοντος Ἰακώβ ἐστιν ὄνομα, οὐ νενικηκότος· ὅταν δὲ τὸν θεὸν ὁρὰν ἱκανὸς εἶναι
								δόξας Ἰσραὴλ μετονομασθῇ κτλ., u. ö. Vgl. auch Onom. sacra sub Ἰακώβ u. Ἰσραήλ. —
								22. 23. 28 Vgl. Onom. sacra. I, 186, 1: Αἰλαμῖται παραβλέποντες [sic] Ι, 56, 29:
								Aelamitae adpositi sive conlati aut objecti. — 24 Vgl. Röm. 1, 28. 26. — Eph. 4,
								14.</note>
							<note type="footnote">1 κλῆμα] + τὸ ο | καρπὸν δὲ μὴ φέρον ο | 2 ἐμβάλει ο | 4 ὅστις
								τε ἰκότως ο | 6 διορθώσειεν c1o διορθώσεται c* | 12 τοξία co | 13 τὸ τόξον] τῷ τόξῳ
								c | 16 ἐλαμήτης c | ὁμωνύμως] &lt; c*, a. R. c1 ὁμώνυμ o | αἴγυπτος ο | 20 ποτήριον
								α τὸ τῆς ὀργῆς κݲυݲ ο | 22 περιβεβλημένοι c | 23 ἐλαμιται c | 24 δὲ] &lt; ο |
								παραδέδωκεν ο | 25 ἄνεμοι καὶ] ἀνέμοις co | 26 κλυδονιζόμενοι ο | 27/28 ἐν τῇ
								μεθοδείᾳ c.</note>
							<pb n="211"/> βεβλημένος, εἴτε διδασκαλίας εἴτε θυμοῦ εἴτε ἐπιθυμίας. ἄνεμοι δὲ
							τέσσαρες γενικοί, ταράσσουντες τὴν ἀνθρώπου ψυχήν, ἐπιθυμία, φόβος, ἠδονή, λύπη, οἷς
							Αἰλαμίτης ἐκ τοῦ θεοῦ καταλειφθεὶς παραδίδοται. ἀλλὰ τί τὸ τόξον Αἰλάμ, ἐν ᾧ ἡ ἀρχὴ
							τῆς δυναστείας, <lb n="5"/> αὐτὸς ἔφη μελῳδῶν ὁ Δαβίδ· »ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν
							τόξον, ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν, τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ τοὺς εὐθεῖς τῇ
							καρδίᾳ«.</p><lg><l>Καὶ μετ᾿ ὀλίγα· </l></lg><p>Ἀλλ᾿ ὁ σωτὴρ ἐπιδημήσας τοὺς τέσσαρας ἀνέμους ἐπὶ τοὺς <lb n="10"/> Αἰλαμίτας ἐπήγαγε
							κυκλοῦντας ἡμᾶς, ἵνα τούτους διασκορπίσειε. παραδίδονται γὰρ δυνάμεις ἀντικείμεναι
							δυνάμεσιν ἑτέραις ἀντικειμέναις εἰς κόλασιν, ὡς ὁ Φαραὼ τῷ Ναβουχοδονόσορ· καὶ ὄφεις
							γὰρ ἰοβόλους εἰ κατακλείσεις, ὑπὸ τῶν δυνατωτέρων οἱ ἀσθενεῖς ὑπὸ λιμοῦ κατεσθίονται,
							ἕως οὗ ὁ πάντων ἰσχυρότατος πληρωθεὶς ὑπὸ <lb n="15"/> τῶν ὄφεων οὓς κατεδήδοκεν, ὁ
							καλούμενος γένηται βασιλίσκος, ἰὸν ἔχων ἐκ μόνης θέας καρποφόρον δένδρον ξηραίνοντα.
							οὕτως αἱ πονηραὶ δυνάμεις ὑπ᾿ ἀλλήλων κολάζονται, μέχρι καταλειφθῇ τελευταῖον ὀ
							&gt;ἔσχατος ἔχθρὸς Χριστοῦ θάνατος,&gt; βασιλίσκος περὶ οὗ φησιν· »ἐπὶ ἀσπίδα καὶ
							βασιλίσκον ἐπιβήσῃ«. ὁ γὰρ Χριστὸς ἰσχυρότερος <lb n="20"/> ὢν τοῦ βασιλίσκου,
							ἐπιβέβηκεν αὐτῷ καὶ δέδωκεν ἡμῖν »ἐξουσίαν πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="26"><head>Jerem. 27, 16.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:27.16"><p><milestone unit="altref" n="102"/> Ἔστι τις ἀνὴρ Βαβυλώνιος καὶ νήπιον Βαβυλώνιον,
							καὶ δεῖ πρὸς τούτους ἀγωνίζεσθαι, τουτέστιν ἢ πρὸς μεγάλα ἢ πρὸς νῦν <lb n="25"/>
							ἀρχόμενα πάθη. πλὴν &gt;μακάριος, ὃς ἂν κρατήσας ἐδαφίσῃ πρὸς τὴν πέτραν <milestone unit="altnumbering" n="314"/> (τὸν Χριστὸν) τὰ νήπια Βαβυλῶνος&lt;, πρὶν εἰς ἄνδρας
							προέλθωσιν. ἔτι δὲ μακαριώτερον ἐξολοθρεῦσαι Βαβυλώνιον <note type="footnote">5 Psal.
								10, 2. — 12ff. Vgl. Pseudoeustath. l. c. 44 ed. Al.: ἐὰν ὄφεις πλείονες
								κατακλεισθῶσιν ὁμοῦ καὶ λοιμώζωσιν [sic] . . . . ἕκαστος τὸν πλησίον κατεσθίει. καὶ
								ὁ ἰσχυρότερος ἀναλίσκων ὄφεις [l. ὄφις] τὸν ἀσθενέστερον καὶ πληρωθεὶς πάντων τῶν
								ὄφεων ἰοῦ, ὧν κατεδήδακε [sic], βασιλίσκος γίγνεται ἰὸν ἔχων χαλεπώτατον, ὡς καὶ ἀπὸ
								μόνου τοῦ ὀφθαλμοῦ θανατοῦν. — 18 Vgl. I Kor. 15, 26. — 19 Psal. 90, 13. — 20 Luk.
								10, 19. — 23 Vgl. Hom. 21, 6 = lat. III, 6 (Lo 15, 403 MPL XXV, 615): Nuper diximus
								de parvulis Babyloniis, de viris Babyloniis, de semine Babylonio. — Vgl. Psal. 136,
								9. — 25 Vgl. Psal. 136, 9. — 26 Vgl. I Kor. 10, 4.</note>
							<note type="footnote">3 ἐλαμίτης c | 6 ἑτοίμασαν c | 10 ἐλαμίτας o | ἐπῆγεν c | 13 εἰ
								κατακλείσεις cod. Vat. gr. 1153/54 ἡ κατάκλεισις c ἡ κατάκλησις o | 13 οἱ] &lt; c |
								14 ὑπὸ] ἰοῦ Koetschau nach Pseudoeustath. | 16 ξηραίνονται ο | 17 τελευταῖαν o | 27
								μακαριότερον ο.</note>
							<pb n="212"/> σπέρμα, λογισμὸν δηλονότι Συγχυτικόν (ἐναντίον δὲ τούτῳ σπέρμα περὶ οὗ
							λέλεκται· »μακάριος ὅς ἔχει ἐν Σιὼν σπέρμα« καὶ »μακάριοι οἱ σπείροντες ἐπὶ πᾶν ὕδωρ,
							οὗ βοῦς καὶ ὄνος πατεῖ«). οὐ νόμνον ἄνδρα τινὰ οὐδὲ παιδίον, ἀλλὰ κἄν μόνον σπέρμα·
							δύναται <lb n="5"/> γὰρ καρποφορεῖν γεωργούμενον. ποῖον δὲ τὸ ὕδωρ, ἐφ' ὅ σπείρειν δεῖ
							τὸ καλὸν σπέρμα; τὸ τῆς παλιγγενεσίας λουτρόν. ἐκεῖ »βοῦς καὶ ὄνος πατεῖ«, βοῦς ὁ
							καθαρὸς καὶ Ἰσραηλίτης, ὄνος ὁ ἐκ γένους ἀκά- θαρτός τε καὶ ἐθνικός. σύμβολα δὲ τὰ ζῶα
							ταῦτα τοῦ τε καταγ- γελλομένου λόγου τοῖς Ἰσραηλίταις καὶ τοῦ κεκηρυγμένου τοῖς
							ἔθνεσιν.</p></q><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="27"><head>Jerem. 27, 16. </head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg049:27.16 "><p><milestone unit="altref" n="103"/> Κατέχει δὲ δρέπανον ὁ Βαβυλώνιος οὐκ ἐπὶ τῷ σῶσαι,
							ἀλλ' ἐπὶ τῷ ἐκτεμεῖν τῆς τῆς ἁγίας καὶ θερίσαι ἐκκλησίας· ὅν πρὶν τοῦτο παθεῖν
							ὀλοθρεύσωμεν, τοὺς τῶν αἱρετικῶν ἐξαφανίσαντες λόγους. οἷος ἦν ὁ Παῦλος λέγων· »ἐν
							ἑτοἰμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι <lb n="15"/> πᾶσαν παρακοήν«, ὁ λέγων· »πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον
							κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ θεοῦ καθαιροῦντες«. εἶτα μαρτυρεῖ τῷ Ἑλληνικῷ λόγῳ δύναμιν, ὡς
							πάντα τὰ ἔθνη τούτῳ παραχωρεῖν ἀποδεικτικῷ πως εἶναι δοκοῦντι.</p></q></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>