<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg2021.tlg001.opp-grc1:92.1-92.8</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg2021.tlg001.opp-grc1:92.1-92.8</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2021.tlg001.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="92"><div type="textpart" subtype="section" n="1"><p>92. ’Εὰν δέ τις σοφιζόμενος εἴπῃ· ἀλλὰ τὸ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν 
σῶμα ἐξαίρετον ἠν διὰ τὸ μόνον συνειλῆφθαι ἀπὸ Μαρίας καὶ χωρὶς
σπέρματος άνδρός, ἀρα yohv καὶ τὸ τοῦ Αδὰμ ἄλλο ήν παρὰ τὸ
ἡμῶν, ὅτι ἀπὸ γῆς μόνον ἐλήφθη χωρὶς. σπέρματος ἀνδρός; ἀλλ
<lb n="5"/> οὐδεὶς ἔχει τοῦτο εἰπεῖν οὐδὲ ἀποδεῖξαι.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="2"><p>ἐὰν δέ τις παλιν σοφιζόμενος εἴπῃ· τὸ τοῦ Χριστοῦ μόνον ὃλον ἀνέστη, τὸ δὲ ἡμῶν οὐκ
αὐτ.ὸ ἐγείρεται, άλλ΄ άντ΄ αὐτοῦ ἕτερον, πῶς ούν λέγει ἀνέστη
Χριστὸς ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων;« ἕν ἐστι καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα
* ἀπαρχὴ τῶν ἐγειρομένων. πῶς δὲ ἀπαρχὴ γέφονε Χριστὸς τῶν <lb n="3"/> <note type="marginal">D194</note>
<lb n="10"/> κεκοιμημένων, μαθέτωσαν καὶ μὴ πάλιν εἰς ἄλλην πλάνην τραπῶσι
καὶ νομίσωσι τὰς ἄλλας γραφὰς ψεύδεσθαι.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="4"><p>πρὸ αὐτοῦ γὰρ ἤειρε τὸν Λάζαρον καὶ τὸν υἱὸν τῆς χήρας τῆς ἐν τῇ Ναὶ·ν καὶ Ηλίας
ἤγειρε νεκρόν, ἀλλὰ καὶ Ελισσαῖος δύο ἤγειρε νεκρούς, ἔτι μὲν ἔτι
περιόντα ἓνα δὲ ταφέντα.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="5"><p>ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν ἀναστάντες πάλιν τεθνήκασι, <lb n="15"/> προσδοκῶσι δὲ τὴν μίαν καὶ καθολικὴν ἀνάστασιν· ὁ δὲ Χριστὸς
»ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων‘, ὃτι ἀναστὰς »οὐκέτι ἀποθνᾐσκει, θάνατος
αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει« κατὰ τὸ γεγραμμένον.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="6"><p>ἅπαξ γὰρ ἀπέθανεν, ὑπὲρ ἡμῶν ὑπομείνας τὸ πάθος διὰ τὰ ἡμέτερα πάθη· ἃπαξ ἐγεύσατο
θανάτου, »θανάτου δὲ σταυρικοῦ‘, ἑκὼν δι᾿ ἡμᾶς ὁ Λόγος
<lb n="20"/> ἐλθὼν εἰς θάνατον, ἳνα θανάτῳ θάνατον θανατώσῃ·</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="7"><p>ὁ Λόγος σὰρξ γενόμενος, οὐ πασχων ἐν τῇ θεότητι, συμπάσχων δὲ μετὰ τῆς ἀνθρω-
πότητος ἐν &gt; πάθος αὐτῷ λογιζόμνον αὐτοῦ δὲ] μένοντος
&lt;ἐν ἀπαθίᾳ· θάνατος αὐτῷ λογιζόμενος αὐτοῦ μένοντος&gt;
</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="8"><p>ἀθανασίᾳ, μᾶλλον δὲ ὅλος ὢν ἀθανασία. αὐτὸς γὰρ εἶπεν »ἐγώ <lb n="25"/> εἰμι ἡ ζωή‘. * οὔτε διὰ σαρκὸς ἡμῖν ή ἐλπίς. »ἐπικατάρατος,
<note type="footnote">7 I Kor. 15, 20 — ff vgl. Panarion h. 64, 65, 1ff — 16 öm. 6, 9 —
17f vgl. öm. 6, 10 Hebr. 9, 26ff — 19 vgl. Phil. 2, 8 — 20f vgl. Joh. 1, 14
— 24 Joh. 11, 25 — 25 Jerem. 17, 5f
L J Niceph. (bis Z. 5 ἀποδεῖξαι) 18 — S. 115, 11 Job. Scot. de divisione natiirae
IV; p. 191 Gale 1681</note>
<note type="footnote">2 ἀπὸ Μαρίας συνειλῆφθαι μόνον Niceph. 3f ἆρα γοῦν — ἀνδρός &lt;
3 Αδὰμ &lt; L 9 * &lt;καὶ * &lt; διὰ τοῦτο&gt; * 20 θανάτω &lt;
ἀπαθείᾳ&gt; * in impassibilitate Job. Scot.] &lt; L J | δὲ] * &lt; Job. Scot.
23 ἐν ἀπαθείᾳ· θάνατος αὐτῷ λογιζόμενος αὐτοῦ &gt; *, nach Job. Scot.
in impassibilitate: mors ei reputata est eo manente 24 μᾶλλον — ἀθανασία
&lt; J Job. Scot. | ὅλος *] ὅλως L 25 * änze &lt;ἡ δὲ ζωὴ
άλλ΄ ἦλθε ζωοποιῆσαι, ὑπὲρ ἡμῶν θάνατον ύπομένων· οὐ γὰρ δι’ ανυρώπου ἡμῖν
ἡ ζωὴ&gt; *, nach Job. Scot. vita autem nunquam moritur, sed venu vivificare
nobis mortem accipiens, non enim per hominem erat nobis vita</note>

<pb n="114"/>
γάρ φησιν, ὁ ἐλπίζων ἐπ’ ἄνθρωπον. καὶ ἔσται ὡς ἡ
ἀγριομυρίκη.«</p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>