<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0645.tlg003.perseus-grc2:102.7-103.5</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0645.tlg003.perseus-grc2:102.7-103.5</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg0645.tlg003.perseus-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="102"><div type="textpart" subtype="section" n="7"><p> Εἰ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ φαίνεται μήτε διὰ τὸ εἶναι υἱὸς μήτε κατὰ τὸ εἶναι ἰσχυρὸς
							μήτε διὰ τὸ σοφὸς λέγων δύνασθαι σώζεσθαι, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἀναμάρτητος <pb n="v.2.p.134"/> εἶναι, ὡς Ἡσαίας φησίν, μηδὲ μέχρι φωνῆς ἡμαρτηκέναι αὐτόν,
							ἀνομίαν γὰρ [fol. 156] οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ δόλον τῷ στόματι [Is., LIII, 9], ἄνευ τοῦ
							θεοῦ σωθήσεσθαι μὴ δύνασθαι, πῶς ὑμεῖς ἢ καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ἄνευ τῆς ἐλπίδος ταύτης
							σωθήσεσθαι προσδοκῶντες οὐχ ἑαυτοὺς ἀπατᾶν λογίζεσθε.</p></div></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="103"><div type="textpart" subtype="section" n="1"><p>Τὰ δὲ ἑξῆς εἰρημένα ἐν τῷ ψαλμῷ· Ὅτι θλῖψις ἐγγύς, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν μοι.
							Περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με· ἤνοιξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα
							αὐτῶν ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος· ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθη καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ
							μου [Ps., XXI, 11-15]· τῶν ὁμοίως αὐτῷ συμβάντων προαγγελία ἦν. Ἐκείνης γὰρ τῆς νυκτός
							[cf. MT., XXVI, 30], ὅτε ἐπὶ τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν ἐπῆλθον αὐτῷ οἱ ἀπὸ τοῦ λαοῦ ὑμῶν [cf.
							MT., XXVI, 47; MC., XIV, 43] ὑπὸ τῶν Φαρισαίων καὶ γραμματέων καὶ τῶν διδασκάλων
							ἐπιπεμφθέντες, ἐκύκλωσαν αὐτὸν οὓς μόσχους κερατιστὰς καὶ προώλεις ὁ λόγος ἔλεγε [cf.
							Exod., XXI, 29?]. </p></div><div type="textpart" subtype="section" n="2"><p> Καὶ τὸ Ταῦροι πίονες περιέσχον με εἰπεῖν τοὺς καὶ αὐτοὺς μὲν τὰ ὅμοια τοῖς μόσχοις
							ποιήσαντας, ὅτε ἤχθη πρὸς τοὺς διδασκάλους ὑμῶν, προέλεγεν· οὓς ὡς ταύρους διὰ τοῦτο ὁ
							λόγος εἶπεν, <pb n="v.2.p.136"/> ἐπειδὴ τοὺς ταύρους τοῦ εἶναι μόσχους αἰτίους
							οἴδαμεν. Ὡς οὖν πατέρες εἰσὶ τῶν μόσχων οἱ ταῦροι, οὕτως οἱ διδάσκαλοι ὑμῶν τοῖς
							τέκνοις αὐτῶν αἴτιοι ἦσαν τοῦ ἐξελθόντας εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν συλλαβεῖν [fol. 156]
							αὐτὸν καὶ ἄγειν ἐπ᾿ αὐτούς [cf. MT., XXVI, 3 et 47]. Καὶ τὸ εἰπεῖν Ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ
							βοηθῶν δηλωτικὸν καὶ αὐτὸ τοῦ γενομένου. Οὐδεὶς γὰρ οὐδὲ μέχρις ἑνὸς ἀνθρώπου βοηθεῖν
							αὐτῷ ὡς ἀναμαρτήτῳ βοηθὸς ὑπῆρχε [cf. MT., XXVI, 56 et MC., XIV, 50, 52]. </p></div><div type="textpart" subtype="section" n="3"><p> Καὶ τὸ Ἤνοιξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν ὡς λέων ὠρυόμενος δηλοῖ τὸν βασιλέα τῶν
							Ἰουδαίων τότε ὄντα, καὶ αὐτὸν Ἡρώδην λεγόμενον, διάδοχον γεγενημένον Ἡρώδου τοῦ, ὅτε
							ἐγεγέννητο, ἀνελόντος πάντας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ ἐκείνου τοῦ καιροῦ γεννηθέντας παῖδας,
							διὰ τὸ ὑπονοεῖν ἐν αὐτοῖς πάντως εἶναι τὸν περὶ οὗ εἰρήκεισαν αὐτῷ οἱ ἀπὸ Ἀρραβίας
							ἐλθόντες μάγοι· μὴ ἐπιστάμενος τὴν τοῦ ἰσχυροτέρου πάντων βουλήν, ὡς εἰς Αἴγυπτον τῷ
							Ἰωσὴφ καὶ τῇ Μαρίᾳ ἐκεκελεύκει ἀπαλλαγῆναι λαβοῦσι τὸ παιδίον, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἄχρις ἂν
							πάλιν αὐτοῖς ἀποκαλυφθῇ ἐπανελθεῖν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν· κἀκεῖ ἦσαν ἀπελθόντες ἄχρις ἂν
							ἀπέθανεν ὁ ἀποκτείνας τὰ ἐν Βηθλεὲμ παιδία Ἡρώδης καὶ Ἀρχέλαος αὐτὸν διεδέξατο [cf.
							MT., II, 1-23]· καὶ οὗτος ἐτελεύτα πρὶν τὸν Χριστὸν τὴν οἰκονομίαν τὴν κατὰ τὸ βούλημα
								<pb n="v.2.p.138"/> τοῦ πατρὸς γεγενημένην ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ τῷ σταυρωθῆναι ἐλθεῖν.
						</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="4"><p> Ἡρώδου δέ, τοῦ Ἀρχέλαον διαδεξαμένου, λαβόντος τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀπονεμηθεῖσαν αὐτῷ,
							ᾧ καὶ Πιλάτος χαριζόμενος δεδεμένον [fol. 157] τὸν Ἰησοῦν ἔπεμψε [cf. LC., XXIII,
							7-8], καὶ τοῦτο γενησόμενον προειδὼς ὁ θεὸς εἰρήκει οὕτως· Καὶ δήσαντες αὐτὸν εἰς
							Ἀσσυρίου ἀπήνεγκαν ξένια τῷ βασιλεῖ [OS., X, 16]. </p></div><div type="textpart" subtype="section" n="5"><p> Ἤ λέοντα τὸν ὠρυόμενον ἐπ᾿ αὐτὸν ἔλεγε τὸν διάβολον, ὃν Μωσῆς μὲν ὄφιν καλεῖ [Gen.,
							III, 1 sq.], ἐν δὲ τῷ Ἰὼβ [JOB, I, 2] καὶ τῷ Ζαχαρίᾳ [ZACH., III, 1-2] διάβολος
							κέκληται, καὶ ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ σατανᾶς [ΜT., IV, 10, etc.] προσηγόρευται, ὄνομα ἀπὸ τῆς
							πράξεως ἧς ἔπραξε σύνθετον κτησάμενον αὐτὸν μηνύων· τὸ γὰρ σατᾶ ἐν τῇ Ἰουδαίων καὶ
							Σύρων φωνῇ ἀποστάτης ἐστί, τὸ δὲ νᾶς ὄνομα ἐξ οὗ ἡ ἑρμηνεία ὄφις ἐκλήθη· ἐξ ὧν
							ἀμφοτέρων τῶν εἰρημένων ἓν ὄνομα γίνεται σατανᾶς. </p></div></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>